Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ 2012




 ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ σε μια κοντινή ή μακρινή πόλη δεν έχει σημασία, ζούσε ένα κοριτσάκι όμορφο, ζωηρό, η μικρή μας Αριάδνη. Σαν έμαθε να γράφει, κάποια Χριστούγεννα έγραψε και εκείνη γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Το δώρο που ζητούσε; Μια

ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΡΔΙΑ
       Το κοριτσάκι μας μεγάλωσε, έφτιαξε δική της οικογένεια, αλλά για διάφορους λόγους δεν κατάφερε να ταχυδρομήσει το γράμμα.  Παρέμενε φυλαγμένο σε ένα κουτί που περιείχε και δυο-τρεις φωτογραφίες της. Δεν το πετούσε γιατί της άρεσε να βλέπει τον τότε γραφικό χαρακτήρα της. Γράμματα στρογγυλά, καθαρά, με ίσες αποστάσεις ανάμεσά τους, «καθώς πρέπει». Αργότερα τα γράμματα έγειραν δεξιά, έγιναν μακρόστενα δυσανάγνωστα.
Και έφευγαν τα χρόνια, και κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, ενώ όλοι πήγαιναν για ύπνο εκείνη έμενε ξύπνια, δήθεν για να συμμαζέψει το σπίτι. Στην πραγματικότητα αυτό που ήθελε ήταν να ξανακούσει τον ήχο από τα κουδουνάκια που ήταν κρεμασμένα στον λαιμουδάκο των ταράνδων του Άγιου Βασίλη. Και κάθε φορά έδινε υπόσχεση στον εαυτό της «του χρόνου οπωσδήποτε θα ταχυδρομήσω το γράμμα μου».
        
Φέτος, λοιπόν, τα Χριστούγεννα την ώρα που πασπάλιζε τους κουραμπιέδες της με μπόλικη ζάχαρη άχνη, το αποφάσισε. Τι κι αν είναι ενήλικη πια; Θα το ταχυδρομούσε. Σήμερα κιόλας. Κι έτσι έκανε τη σκανταλιά!!!!!!!!!!
Αξημέρωτα της πρώτης μέρας του νέου χρόνου  καθάριζε το γιορτινό τραπέζι, όπως εδώ και πολλά χρόνια, και χαμογέλασε όταν άκουσε τον γνώριμο γλυκό ήχο. Αυτή τη φορά μαζί με τα κουδουνάκια… κράτησε την αναπνοή της… ακουγόταν και μια αντρική φωνή έξω από την πόρτα του σπιτιού της.
- Σσσσσ…. Σταματήστε τα παιχνίδια… Θα τους ξυπνήσουμε…
Σε δευτερόλεπτα ένας μεγάλος άσπρος φάκελος πέρασε κάτω από την πόρτα εισόδου, πήρε ύψος και ΤΣΟΥΠ, βρέθηκε στα χέρια της.
«Λες να…», σκεφτόταν ενώ άνοιγε τον φάκελο∙ για την ακρίβεια τον έσκισε από τη βιασύνη, και όρθια στο σημείο που βρισκόταν, διάβαζε:

Γλυκό μου κοριτσάκι

Έλαβα το γράμμα σου. Στο εργαστήριό μου υπάρχουν καλούπια όλων των παιχνιδιών: τρενάκια, κουκλίτσες, αρκουδάκια, αυτοκινητάκια, μπαλίτσες και πολλά άλλα. Αλλά δυστυχώς, καλούπι μεγάλης κόκκινης καρδιάς δεν έχουμε. Ρώτησα και τον Μεγάλο Νάνο αν υπάρχει κάτι στις αποθήκες αλλά κι εκείνος μου είπε ότι δεν υπάρχει. Θα σου πω όμως, τι να κάνεις. Θα πάρεις τον μεγάλο δρόμο, θα διασχίσεις το δάσος με τις βελανιδιές και, μπροστά σου θα βρεις ένα ποτάμι. Θα περάσεις το γεφυράκι. Στα εκατό μέτρα αριστερά σου θα δεις ένα άσπρο σπίτι με μπλε παραθυρόφυλλα. Εκεί μέσα ζει κάποιος, ο οποίος, είμαι σίγουρος θα ξέρει κάτι παραπάνω. Ξεκίνα τώρα. Μην φοβάσαι. Τα Αστέρια του ουρανού και το Φεγγάρι όλη τη Νύχτα θα φεγγοβολούν ενώ εγώ θα μοιράζω τα δώρα στα παιδιά. Επιπλέον, θα πω στον Ζέντι, τον τάρανδο, να σε προσέχει.
Σε καλό σου! Δεν ζήταγες κάτι πιο εύκολο!

                                                                           Καλή τύχη!

                                                                        Άγιος Βασίλης  

Παλτό, γάντια, σκουφί, φαναράκι, νερό... Έτοιμη. Ακολούθησε τη διαδρομή που της είπε ο Άγιος Βασίλης, και δίχως να συναντήσει δυσκολία βρέθηκε στην αυλή του σπιτιού με τα μπλε παραθυρόφυλλα. Και νάτη, με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι να κοιτάζει μέσα στο σπίτι. Τι έβλεπε; Έναν ηλικιωμένο καθισμένο και μπροστά του ένα τεράστιο ανοικτό βιβλίο που κάλυπτε σχεδόν όλο το γραφείο∙ έγραφε. Ποιος ξέρει τι; Η Αριάδνη δίστασε να κτυπήσει την πόρτα και γύρισε να φύγει. Δεν είχε κάνει παρά λίγα βήματα όταν άκουσε πίσω της μια φωνή:
- Θεωρείς ότι δεν είσαι άξια γι αυτό που ζητάς;
- Εεεε… Όχι. Δηλαδή… Να, δεν ήθελα να σε ενοχλήσω. Αλλά, πως, ξέρεις τι θέλω;
- Πέρασε μέσα, της είπε ο γέρος και άνοιξε διάπλατα την πόρτα.
Η Αριάδνη μπήκε διστακτικά αλλά αμέσως ένιωσε «σαν στο σπίτι της». Ο χώρος ήταν ζεστός και ‘ζεστός’. Της πρόσφερε σοκολάτα ρόφημα και σοκολατένια μπισκότα –συνδυασμός απίθανος–,  βούλιαξαν και οι δυο στις άσπρες βελούδινες πολυθρόνες και η κουβέντα τους ξεκίνησε χαλαρά, αβίαστα.
...............
- Θυμάσαι όταν ήσουν παιδί, που έκοβες κομμάτια χαρτιού από το τετράδιο κι έφτιαχνες καραβάκια; 

- Θυμάμαι, είπε και γέλασε η Αριάδνη. Έφτιαχνα και ανθρωπάκια από πλαστελίνη –μπέρδευα όλα τα χρώματα– και γίνονταν παρδαλά. Ήταν τόσο αστεία!
-Και παιδευόσουν να ισορροπήσεις τα μεγάλα ανθρωπάκια στα μικρά καραβάκια.
-Πράγματι. Αργότερα, όσο τα ανθρωπάκια μίκραιναν τόσο μεγάλωναν τα καράβια... …και χωρούσαν οι μικροί άνθρωποι…
- Σου έλεγαν παραμύθια;
- Όχι.
- Φύτευαν λουλούδια στις ζαρντινιέρες των ονείρων σου;
- Όχι.
- Προτιμούσαν το χάραμα από το ηλιοβασίλεμα;
- Όχι.
- Καλό τους ταξίδι! Και τώρα… χμ… θέλεις μια μεγάλη κόκκινη καρδιά…
- ................
- …να στην χαρίσω δεν μπορώ. Μήτε και κάποιος άλλος…, της είπε ο γέροντας, όσο πιο μαλακά γινόταν.
- .................
- …θα σου πω, όμως, ένα μυστικό. Στον χώρο που βρίσκεται η καρδιά φωλιάζουν και τα κακά ξωτικά ή τα τοξικά κατά τους επιστήμονες. Αυτά, να ξέρεις, δυναμώνουν με τις φοβίες, καταλαμβάνουν μεγαλύτερο χώρο και έτσι η καρδιά συρρικνώνεται.
- Αποστασιοποίηση και αδιαφορία;
- Ευγνωμοσύνη, κατανόηση, συγχώρεση, αποδοχή, αλληλεγγύη. ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ για το ποια είσαι, και τι θέλεις.
- Το ξωτικό Εγωισμός έχει μεγάλες δαγκάνες και σουβλερά δόντια;
- Και…, αν οι άλλοι φοβόνται πιο πολύ από σένα;
- Σεβασμός στις επιλογές του άλλου, λοιπόν…
- Γνώθι σαυτόν, μα… γνώθι και αυτόν.
Η Αριάδνη κοίταξε αφηρημένα έξω από το παράθυρο. Το σκοτάδι αραίωνε την πυκνότητά του.
- Ήρθε η ώρα να φύγω.
- Θα ξανάρθεις;
- Θα φτιάξω μικρό καράβι για να μην χωράς, του απάντησε γλυκά η Αριάδνη∙ τον καλημέρισε και έφυγε.
 Μόλις βρέθηκε στον κήπο πήρε βαθιά ανάσα, άνοιξε τα χέρια της, καλωσορίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την καινούργια μέρα που χάραζε πορεία, δίνοντας στα πάντα ροζ-γκρι χρώμα∙ έως ότου ο ερχομός του ζωοδότη Ήλιου αναδείξει όλα τα χρώματά τους.

Όλα ήταν ήσυχα ήρεμα όπως και η ίδια. Έμαθε πως! Τι ευτυχία!!!

Μα, σαν κάτι να ένιωσε στο μέρος της καρδιάς της. Φασαρία, χτύποι. Χμ… κάποια ξωτικά-τοξικά ετοίμαζαν ήδη τις βαλίτσες τους. Στο καλό!

     Όταν μπήκε στο σπίτι της, έγραψε νέο γράμμα στον Άγιο Βασίλη. Θα το ταχυδρομούσε τα ερχόμενα Χριστούγεννα Αυτή τη φορά δεν ζητούσε. Απλώς, ζωγράφισε σε ένα μεγάλο χαρτόνι, μια μεγάλη κόκκινη καρδιά και ήταν σίγουρη ότι εκείνος θα καταλάβαινε.
Μετά πήρε αγκαλίτσα το μπεζουλί αρκουδάκι της και του είπε:
-Τόσο εύκολο ήταν, λοιπόν;


xronompala

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΤΟΣΟ ΑΠΛΑ .....ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΦΥΠΝΙΣΗ !!!
ΕΓΡΑΨΕΣ ΠΑΛΙ ΦΙΛΕΝΑΔΑ!!

vicky είπε...

Υποκλίνομαι στον αρσενικό πλούτο γνώσης.....και στη ΣΟΦΗ φίλη μου....