Η Ελένη Γλύκατζη -Αρβελέρ (Helene Glykatzi Ahrweiler) η ιστορικός που συνέδεσε τη βυζαντινή ιστορία με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ακαδημαϊκή ζωή
Η Ελένη Γλύκατζη, μαθήτρια Γυμνασίου, ενεργό μέλος της ΕΠΟΝ στη Αντίσταση […] Μετά τις εξετάσεις του Γυμνασίου την συνέλαβαν. Την ανέκρινε «ένας από τους μεγαλύτερους καθοδηγητές του ΕΑΜ», θα πει, «που ήταν διπλός» και το διαπίστωσε επιτόπου. Κανένας, λοιπόν, δεν ήξερε ότι εκείνη την μέρα της είπαν «Φύγε», κι όταν πράγματι ξέφυγε από τον ορίζοντά τους, συνάντησε στην Φρύνης τη μητέρα της ‒που την νόμιζε χαμένη.
[…] Αυτό που είμαι το οφείλω στην Κατοχή και στην Αντίσταση. Ήξερα ότι έχω ένα μικρό χαρτάκι, ένα σκονάκι για να τα συνοψίσω όλα ‒συνήθισα να γράφω με μικρά γράμματα. Στα Δεκεμβριανά ήμουν στην ΕΠΟΝ, αλλά είδα με αγωνία να σκοτώνοντας για το τίποτα. Είδα το παραστράτημα.
Δεν ξεχνά περιστατικά όπως ότι στα Δεκεμβριανά, για να ξεφύγει μια μέρα από την διαδήλωση και τα αστυνομικά πυρά, γύρισε στο σπίτι από Κουκάκι και Μετς, κι αμέσως μετά έφυγε για το βουνό με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Χρήστο Πασσαλάρη που ήταν καθοδηγητής της. «Μεγάλωσα στον δρόμο», έχει πει «στον μεγάλο κόσμο, σε ένα σπίτι προσφυγικό αλλά παρέα με την Ακρόπολη ‒ξέρει κανείς τι σημαίνει αυτό; Τη μέρα λοιπόν που φύγαμε στο βουνό, εγώ κρατούσα κάποια μποτάκια στο χέρι, για τον δρόμο, και ο Μάνος ήταν τυλιγμένος με μια κουβέρτα».
[…] Ο Μεσοπόλεμος, η Κατοχή, η Αντίσταση, οι προδοσίες, η πείνα, την καθορίζουν. «Το φάσμα της πείνας που έχω κρατήσει μέσα από την Κατοχή», λέει «είναι αυτό που με κάνει να καταλαβαίνω την αδυναμία, την φτώχεια των ανθρώπων. Με φοβίζει ακόμη να πετάξω κάτι το φαγώσιμο», δεν το μπορώ».
«… όταν αγωνίζεσαι για να σταθείς στα πόδια σου και είτε σε συλλαμβάνουν είτε σε καταδίδουν φίλοι σου, τότε πρέπει να υπάρχει κάτι που θα σε στηρίξει ώστε να βγεις από όλα αυτά. Σ' εμένα, λοιπόν, μέτρησαν όσα μου έλεγαν η μάνα μου και ο πατέρας μου ‒τα βασικά τους λόγια έγιναν οι πυλώνες μου· με αυτά έζησα και προχώρησα. Ξέρω τη θέση μου καλά». Με πρόσωπο σπαθί, τα λόγια του πατέρα της.
[…] Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1926 στον Βύρωνα, στα σπίτια των «προσφήγκων» όπως τα έλεγαν οι γείτονες. […] «Ο Βύρωνας χτίστηκε μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, αφηγείται, όταν ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, μετά από τα όνειρα που έζησε σαν έφτασε ο Ελληνικός Στρατός στην Ιωνία και έπειτα, αναγκάστηκε καταδιωγμένος να καταφύγει στην χώρα που ήταν πραγματικά δική του. Είχα τύχη, για να ζήσω αυτά που έζησα».
Το 1945 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, δέκατη τρίτη στην Αρχαιολογία. […] Σε ένα μάθημά του ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Οικονόμου της λέει: «Βρε Γλύκατζη, όλοι εδώ δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν ‒εσύ έχεις. Γιατί ήρθες εδώ και δεν πήγες στη Φιλοσοφία;». Κι εκείνη του απαντά: «Ακούστε, κύριε καθηγητά, εγώ στη ζωή θα κάνω αυτό που μου αρέσει και αυτό που θέλω. Τώρα, σχετικά με το πώς θα βγάλω τα χρήματα που μου χρειάζονται για να ζήσω, σας διαβεβαιώ ότι θα πουλώ λεμόνια στο κέντρο της Αθήνας» ‒ξεσηκώθηκε όλη η αίθουσα.
[…] Αυτό που είμαι το οφείλω στην Κατοχή και στην Αντίσταση. Ήξερα ότι έχω ένα μικρό χαρτάκι, ένα σκονάκι για να τα συνοψίσω όλα ‒συνήθισα να γράφω με μικρά γράμματα. Στα Δεκεμβριανά ήμουν στην ΕΠΟΝ, αλλά είδα με αγωνία να σκοτώνοντας για το τίποτα. Είδα το παραστράτημα.
Δεν ξεχνά περιστατικά όπως ότι στα Δεκεμβριανά, για να ξεφύγει μια μέρα από την διαδήλωση και τα αστυνομικά πυρά, γύρισε στο σπίτι από Κουκάκι και Μετς, κι αμέσως μετά έφυγε για το βουνό με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Χρήστο Πασσαλάρη που ήταν καθοδηγητής της. «Μεγάλωσα στον δρόμο», έχει πει «στον μεγάλο κόσμο, σε ένα σπίτι προσφυγικό αλλά παρέα με την Ακρόπολη ‒ξέρει κανείς τι σημαίνει αυτό; Τη μέρα λοιπόν που φύγαμε στο βουνό, εγώ κρατούσα κάποια μποτάκια στο χέρι, για τον δρόμο, και ο Μάνος ήταν τυλιγμένος με μια κουβέρτα».
[…] Ο Μεσοπόλεμος, η Κατοχή, η Αντίσταση, οι προδοσίες, η πείνα, την καθορίζουν. «Το φάσμα της πείνας που έχω κρατήσει μέσα από την Κατοχή», λέει «είναι αυτό που με κάνει να καταλαβαίνω την αδυναμία, την φτώχεια των ανθρώπων. Με φοβίζει ακόμη να πετάξω κάτι το φαγώσιμο», δεν το μπορώ».
«… όταν αγωνίζεσαι για να σταθείς στα πόδια σου και είτε σε συλλαμβάνουν είτε σε καταδίδουν φίλοι σου, τότε πρέπει να υπάρχει κάτι που θα σε στηρίξει ώστε να βγεις από όλα αυτά. Σ' εμένα, λοιπόν, μέτρησαν όσα μου έλεγαν η μάνα μου και ο πατέρας μου ‒τα βασικά τους λόγια έγιναν οι πυλώνες μου· με αυτά έζησα και προχώρησα. Ξέρω τη θέση μου καλά». Με πρόσωπο σπαθί, τα λόγια του πατέρα της.
[…] Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1926 στον Βύρωνα, στα σπίτια των «προσφήγκων» όπως τα έλεγαν οι γείτονες. […] «Ο Βύρωνας χτίστηκε μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, αφηγείται, όταν ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας, μετά από τα όνειρα που έζησε σαν έφτασε ο Ελληνικός Στρατός στην Ιωνία και έπειτα, αναγκάστηκε καταδιωγμένος να καταφύγει στην χώρα που ήταν πραγματικά δική του. Είχα τύχη, για να ζήσω αυτά που έζησα».
Το 1945 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, δέκατη τρίτη στην Αρχαιολογία. […] Σε ένα μάθημά του ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Οικονόμου της λέει: «Βρε Γλύκατζη, όλοι εδώ δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν ‒εσύ έχεις. Γιατί ήρθες εδώ και δεν πήγες στη Φιλοσοφία;». Κι εκείνη του απαντά: «Ακούστε, κύριε καθηγητά, εγώ στη ζωή θα κάνω αυτό που μου αρέσει και αυτό που θέλω. Τώρα, σχετικά με το πώς θα βγάλω τα χρήματα που μου χρειάζονται για να ζήσω, σας διαβεβαιώ ότι θα πουλώ λεμόνια στο κέντρο της Αθήνας» ‒ξεσηκώθηκε όλη η αίθουσα.
από το βιβλίο της ΠΟΣΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ; εκδ. Gutenberg, 2016
👉Όλα τα παιδιά έρχονται στη Σορβόννη για να μάθουν… πλην των Ελλήνων που έρχονται να τα μάθουν όλα σε όλους. (έλεγε σε συνεντεύξεις)
👉Όλα τα παιδιά έρχονται στη Σορβόννη για να μάθουν… πλην των Ελλήνων που έρχονται να τα μάθουν όλα σε όλους. (έλεγε σε συνεντεύξεις)




