Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

Ιμπρεσιονισμός και Ρομαντισμός, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, ΕΠΟ 40

ΕΠΟ 20

 
Οι καημοί του βασιλιά, Ανρί Ματίς (φωτό: Ναυσικά)

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Οι επιστημονικές ανακαλύψεις, η τεχνολογική πρόοδος, η παύση των θρησκευτικών πολέμων συνέβαλαν στη συγκρότηση εθνικών κρατών στην Ευρώπη. Ο ριζοσπαστικός ορθολογισμός του Διαφωτισμού, οι φιλελεύθερες αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, συνέβαλαν στο ξέσπασμα επαναστάσεων από τους αστούς που διεκδικούσαν την κατοχύρωση των πολιτικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων τους, αμφισβητώντας την αριστοκρατική τάξη. Παράλληλα δικαίωμα στην άσκηση πολιτικής και πρόσβαση στην εκπαίδευση διεκδικούσαν και τα λαϊκά στρώματα. Οι ανάγκες της Βιομηχανικής Επανάστασης (μέσα 18ου αιώνα) για εργατικό δυναμικό στα εργοστάσια είχε ως αποτέλεσμα την αστικοποίηση μεγάλου τμήματος των αγροτικών πληθυσμών και τη δημιουργία μεγάλων πόλεων.[1]
    Στη νεωτερική εποχή (οι απαρχές της εντοπίζονται στην εποχή του Διαφωτισμού) η τέχνη μετά την υπερβολή του Μπαρόκ (1650-1750) ακολούθησε διαφορετικές κατευθύνσεις τον 19ο αιώνα. Τον Ρομαντισμό (1750 έως τα μισά του 19ου αιώνα) στο πλαίσιο του οποίου αναπτύχθηκε ο Νεοκλασικισμός ακολούθησε ο Ρεαλισμός (γνωστός ήδη από την μπαρόκ εποχή) ή Νατουραλισμός, που –αντλούσε θέματα από τη φύση επιχειρώντας να δώσει διέξοδο στον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιούσε στις μεγαλουπόλεις– και η τελική φάση του είναι ο Ιμπρεσιονισμός. Οι μοντέρνοι καλλιτέχνες επιδίωκαν να αποδώσουν τη φύση όπως είναι πραγματικά, απαλλάσσοντάς την από συμβατικότητες που δίδασκαν οι ακαδημίες.[2]
    Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνοπτική παρουσίαση του Ιμπρεσιονισμού, του εκλεκτικισμού, του Ρομαντισμού όπως αποτυπώθηκαν αντίστοιχα οι ρυθμοί στη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική και τη μουσική στο ιστορικό πλαίσιο του 19ου αιώνα.


Ζωγραφική
Το 1863 στο Παρίσι, πολιτιστικό κέντρο του τότε κόσμου, οι νεωτεριστές Ιμπρεσιονιστές, θέλοντας να αποδεσμευτούν από τον επίσημο θεσμό «Σαλόν» και να ανοίξουν έναν καινούργιο δρόμο εξέλιξης των καλλιτεχνών, οργάνωσαν το «Σαλόνι των Απορριφθέντων». Ήδη ο ζωγράφος Κουρμπέ Γκιστάβ (Gustave Gourbet, 1819-1877), πρωτοπόρος του Ρεαλισμού, θέλησε να σοκάρει τους αστούς παρουσιάζοντας την τέχνη ως μέσο ελεύθερης ατομικής έκφρασης. Θεωρούσε ότι την πραγματικότητα ο καλλιτέχνης πρέπει να τη βιώνει ώστε να είναι σε θέση να τη ζωγραφίζει. Για τον Ρεαλισμό πηγή έμπνευσης ήταν το παρόν –η φευγαλέα στιγμή που ο άνθρωπος αποκτά επίγνωση της ύπαρξής του. O Κουρμπέ αποδίδει στα έργα του (λ.χ. Κηδεία στην Ορνάν, 1850) μια στιγμή πραγματικότητας την οποία απαλλάσσει από την εξιδανίκευση, δραματοποίηση, ψευδαίσθηση, φαντασία. Στη ζωγραφική η αντανάκλαση της αντικειμενικής κατάστασης, για τον Κουρμπέ, έχει μεγαλύτερο βάρος από αυτή που επιθυμούμε ή δεν επιθυμούμε. Παράγοντες που εξέλιξαν την ζωγραφική στην Ευρώπη ήταν: η ανακάλυψη της φωτογραφίας που "αιχμαλώτιζε" τη στιγμή –μάλιστα, ο Γάλλος Μονέ (Claude Monet, 1840-1926) ονόμαζε τη ζωγραφική του instantanéité και τα γιαπωνέζικα έγχρωμα χαρακτικά, τα λεγόμενα εικόνες του κόσμου ή της ζωής που κυλάει (Ukiyo-e) που έγιναν γνωστά στους Ευρωπαίους περίπου στα μισά του 19ου αιώνα. Έτσι οι Ιμπρεσιονιστές επιδιώκουν να αποδώσουν στα έργα τους τις στιγμιαίες εντυπώσεις (impressions) που προσλαμβάνουν από την πόλη και την ύπαιθρο –ζωγραφίζουν επιτόπου και όχι σε κάποιο εργαστήριο. Το καλλιτεχνικό δίδυμο Μονέ-Ρενουάρ εργαζόταν μαζί στις όχθες του Σηκουάνα· σκοπός τους ήταν να απαλλαγούν οριστικά από τους κανόνες προηγούμενων καλλιτεχνικών ρευμάτων (προοπτική, σύνθεση, κιαροσκούρο, ιστορικό θέμα).[3]
    Συνέπειες του εκδημοκρατισμού της Γαλλίας (στα μέσα του 19ου αιώνα) ήταν η ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από την αστική τάξη αλλά και η πρόοδος του εμπορίου, της βιομηχανίας και της τεχνολογίας. Οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι, αστοί ως επί το πλείστον, ζωγραφίζουν δραστηριότητες των αστών, όπως περίπατος στην εξοχή, χορός, κ.ά. Ο ζωγράφος Πιερ-Ωγκύστ Ρενουάρ (Pier-Auguste Renoir, 1841-1919) στο έργο του Χορός στο Μουλέν ντε λα Γκαλέτ (1876) (εικ. 1) περιγράφει ανθρώπους που διασκεδάζουν σε γιορτή σε ένα υπαίθριο κέντρο διασκέδασης στο Παρίσι. Ο Ρενουάρ επιτυγχάνει την απόδοση της ευχάριστης ατμόσφαιρας με την ανάμειξη ζωηρών χρωμάτων και για την επίδραση του ηλιακού φωτός στις μορφές. Στο πρώτο πλάνο του Χορού αστοί, των οποίων μόνο τα κεφάλια είναι ζωγραφισμένα με κάποιες λεπτομέρειες, συνομιλούν καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι· στο βάθος διακρίνονται ζευγάρια που χορεύουν, οι μορφές αποδίδονται με μερικές κηλίδες χρώματος και χάρη στην απουσία έντονων περιγραμμάτων δίνουν την εντύπωση ότι στροβιλίζονται.[4]
    Ο Ιμπρεσιονισμός αποτυπώνει τις τάσεις του Θετικισμού, σύμφωνα με τον οποίο οι αισθήσεις είναι η βάση της γνώσης –την εποχή αυτή οι μελέτες για την όραση, τα χρώματα, γενικότερα την οπτική αντίληψη ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες.[5] Οι Ιμπρεσιονιστές, όπως αναφέρει ο Gombrich στο βιβλίο του Η Ιστορία της Τέχνης, «Ήξεραν πως το ανθρώπινο μάτι είναι ένα υπέροχο όργανο. Αν του δώσεις το σωστό ερέθισμα, συμπληρώνει ολόκληρη τη μορφή που γνωρίζει πως υπάρχει».[6] Οι Ιμπρεσιονιστές εξέλιξαν το σκόπιμο θόλωμα των περιγραμμάτων («sfumato»[7])· χρησιμοποιούσαν έντονα χρώματα και βίαιες πινελιές εν αντιθέσει με τα περιγράμματα και τις αδρές πινελιές των αναγνωρισμένων ζωγράφων του «Σαλονιού» με αποτέλεσμα να δεχθούν την κατακραυγή του κοινού.         Οι Ιμπρεσιονιστές είχαν μελετήσει ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ομαλή κλιμάκωση από το σκοτάδι στο φως. Έτσι ο σκιοφωτισμός, χαρακτηριστικό της ζωγραφικής Μπαρόκ, αντικαταστάθηκε από τον συνδυασμό φυσικού και τεχνητού φωτός. Στο έργο του Ρενουάρ ο ήλιος φωτίζει μόνο το κάτω μέρος του προσώπου της καθισμένης γυναίκας ενώ τα μάτια και το μέτωπο βρίσκονται στη σκιά.[8]
Ο Ρενουάρ απομακρύνθηκε το 1878 από το σαλόνι των Ιμπρεσιονιστών, όταν «ξεζούμισε» τον Ιμπρεσιονισμό όπως έλεγε ο ίδιος, και αναζήτησε την επιτυχία στο «Σαλόν» υποστηρίζοντας πλέον: «νομίζω πως πρέπει να κάνουμε την καλύτερη κατά το δυνατόν ζωγραφική, αυτό είναι όλο».[9]

Αρχιτεκτονική
Μία από τις συνέπειες των μεγάλων αλλαγών που επέφεραν η ανάπτυξη της βιομηχανίας, η πρόοδος της επιστήμης ήταν η μετακίνηση ανθρώπων από την ύπαιθρο σε αστικά κέντρα. Στα μέσα του 19ου οι νέες ανάγκες (π.χ. σιδερένιες γέφυρες, αποχετεύσεις των λυμάτων, δημοτικός φωτισμός) των μεγαλουπόλεων της Ευρώπης, που εντός τους δημιουργήθηκαν φτωχογειτονιές με χαμόσπιτα, απαιτούσαν διαφορετική αρχιτεκτονική έκφραση και δημιουργία. Οι αρχιτέκτονες έως τότε ενδιαφέρονταν περισσότερο για το χτίσιμο των κτιρίων μιμούμενοι τις συμβάσεις Κλασικών ρυθμών και λιγότερο για την κάλυψη οικιστικών αναγκών. Η κατασκευή για πρώτη φορά βιομηχανοποιημένων τούβλων, η αντικατάσταση της πέτρας και του ξύλου από τον ανθεκτικό σίδηρο στην Οικοδομική (βιομηχανικά κτίρια, σιδηροδρομικοί σταθμοί) άλλαξαν τη φυσιογνωμία των πόλεων και ενίσχυσαν τον ρόλο των μηχανικών καθώς αυτοί συμβάδιζαν με την εποχή τους. Άγγλοι και Γάλλοι μηχανικοί πειραματίζονταν και αντάλλασσαν εμπειρίες και γνώσεις σχετικά με τη χρήση των καινούργιων υλικών με σκοπό την ανθεκτικότητα των έργων τους. Ο σίδηρος και ο χάλυβας καθιερώθηκαν σταδιακά καθώς η χρήση τους εξυπηρετούσε την κατασκευή ψηλών κτιρίων (π.χ. ουρανοξύστες στο Σικάγο από το 1880), σιδερένιων στεγών που αντικατέστησαν τις εύφλεκτες ξύλινες, αλλά και για την κατασκευή χυτευτών αρχιτεκτονικών μελών όπως τόξα, κολώνες, σκάλες. Η μαζική παραγωγή προκατασκευασμένων μεταλλικών και γυάλινων αρχιτεκτονικών μελών και η χρήση τους στη διακόσμηση συνέβαλαν στην πτώση της τιμής του χυτοσιδήρου. Η νεωτερική "μεταλλική αρχιτεκτονική" προκάλεσε διαμάχη σχετικά με την χρήση του σιδήρου σε δημόσια κτίρια με απαιτήσεις λειτουργικότητας και εμφάνισης όπως κλειστές αγορές, μουσεία, φυλακές. Στο δοκίμιο «Πέτρες της Βενετίας» του θεωρητικού της τέχνης Τζον Ράσκιν (John Raskin, 1819-1900) δόθηκε ο ορισμός του «τι διαφοροποιεί την αρχιτεκτονική από τις ποντικότρυπες ή τους σιδηροδρομικούς σταθμούς».[10]
    Η Βιβλιοθήκη της Αγίας Γενεβιέβης (1842), κατασκευή του Ανρύ Λαμπρούστ (Henri Labrouste, 1801-75), ήταν ένα δημόσιο κτίσμα μνημειακού χαρακτήρα. Ο Λαμπρούστ ανήκε στην ομάδα των στρουκτουραλιστών –οι μοντέρνες κατασκευές τους δέχονταν επίθεση από τους συντηρητικούς αρχιτέκτονες– που έδιναν σημασία στην τεχνική λειτουργικότητα των κτιρίων και υποστήριζαν ότι τις ανάγκες της μοντέρνας κοινωνίας μπορεί να καλύψει η χρήση των νέων κατασκευαστικών μεθοδολογιών. Για τον Λαμπρούστ κάθε κτίριο είναι χώρος για κάποιες δραστηριότητες των ανθρώπων και όχι μέσο επίδειξης του ιδεατού κάλλους των κλασικών ρυθμών. Κατά την παραμονή του στην Νότια Ιταλία μελέτησε τις αρχαιότητες της αρχαίας Ποσειδωνίας, υιοθέτησε την πολυχρωμία της κλασικής αρχιτεκτονικής και θεωρούσε ότι υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς τυπολογικών στοιχείων των ναών. Η Βιβλιοθήκη (εικ. 2) ανήκει στον εκλεκτικισμό που σύμφωνα με τους κανόνες στοιχεία από διάφορα ψευδο-ιστορικά στιλ μπορούν να εφαρμοστούν σε οποιοδήποτε έργο. Πρόκειται για ορθογώνιο κτίσμα, το εξωτερικό του οποίου είναι μια συμβατική κατασκευή τοιχοποιίας χωρίς κίονες ή αετώματα. Οι τοξωτές προσόψεις της Βιβλιοθήκης είναι στοιχεία της πρώιμης Αναγέννησης. Στον εσωτερικό χώρο κυριαρχεί η αισθητική της μεταλλικής κατασκευής. Στον πάνω χώρο βρίσκεται ένα μεγάλο αναγνωστήριο (μπορεί να ανταποκριθεί σε μεγάλο αριθμό επισκεπτών) που χωρίζεται με καμαροσκέπαστα κλίτη με μία σειρά σιδερένιων ψηλόλιγνων κιόνων μέσα σε κελύφη από τοιχοποιία, στοιχείο που παραπέμπει στις τράπεζες των μονών του Μεσαίωνα. Η Βιβλιοθήκη εντάσσεται στη σύγχρονη εποχή της με «ορθολογιστικό και ποιητικό» τρόπο.[11]

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Τέχνη Μπαρόκ, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, ΕΠΟ 40

φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη
για την ΕΠΟ 40 του ΕΑΠ
Peter Paul Rubens, 1577-1640



Art Baroque







Το κύρος της Ρωμαιοκαθολικής Eκκλησίας είχε πληγεί από τη διαμαρτυρία για τον τρόπο λειτουργίας της από τον κληρικό-θεολόγο Μαρτίνο Λούθηρο (1483-1546). Η αντεπίθεση της Εκκλησίας, που ήδη είχε ξεκινήσει με αλλαγές στους κόλπους της μετά την άλωση της Ρώμης (το 1527) από τον ισπανό λουθηρανό Κάρολο Ε΄, επικυρώθηκε στη Σύνοδο του Τρέντο (1545-1563). Έδωσε σαφείς οδηγίες στο πλαίσιο της Αντιμεταρρύθμισης στους καλλιτέχνες ώστε η απεικόνιση θρησκευτικών θεμάτων πιο συγκινησιακή. Κατά τον Ισπανό Ιγνάτιο Λογιόλα (1491-1556), ιδρυτή του Τάγματος των Ιησουιτών, ο ερεθισμός των αισθήσεων θα συνέβαλε στην πνευματική φώτιση των πιστών. Το καλλιτεχνικό ρεύμα Μπαρόκ (1600-1750) γεννήθηκε στη Ρώμη· στόχος του ήταν να εξάρει τον θρίαμβο του Καθολικισμού στην περίοδο που ο αιματηρός Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648) των Καθολικών με τους Προτεστάντες συγκλόνιζε την Ευρώπη.[1] Το Μπαρόκ εξαπλώθηκε στη Νότια Ευρώπη και έφτασε έως την Κεντρική και Νότια Αμερική που είχαν κατακτηθεί από την καθολική Ισπανική αυτοκρατορία. Σημαντικός αρχιτέκτονας της εποχής ο Μπερνίνι (Bernini Lorenzo, 1598-1680) απέδωσε εικαστικά τη μεγάλη αγκαλιά της Εκκλησίας: δύο τεράστιοι βραχίονες κιονοστοιχιών περιβάλλουν την οβάλ πλατεία που βρίσκεται μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό. Η προπαγάνδα συνοψίζεται στα λόγια του Μπερνίνι: [οι βραχίονες] «αγκαλιάζουν τους καθολικούς για να ενδυναμώσουν την πίστη τους, τους αιρετικούς για να τους συμφιλιώσουν με την εκκλησία, και τους απίστους για να τους διδάξουν την πραγματική πίστη».[2] 


 
Blenheim Palace
Αρχιτεκτονική
Ο όρος Μπαρόκ, προέρχεται από την πορτογαλική λέξη barroco= παραμορφωμένο μαργαριτάρι. Οι κριτικοί τέχνης τον 17ο αιώνα έκριναν τα αρχιτεκτονήματα, που απομακρύνονταν από τους κανόνες της Κλασικής Αρχαιότητας, ως παράδοξα. Το 1764 ο Winckelmann στο βιβλίο του Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας αναφέρει ότι το Μπαρόκ
επιχείρησε να απομακρυνθεί από «τη φύση και την κλασική Αρχαιότητα». Ενώ το 1855 ο Ελβετός ιστορικός τέχνης Heinrich προσέδωσε αυτονομία στο Μπαρόκ και από το απάλλαξε αρνητικό φορτίο. Η παπική Ρώμη έγινε ξανά θεολογικό και λαμπρό καλλιτεχνικό κέντρο.[3]

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Τάσης Παπαϊωάννου, αρχιτέκτονας

4 Ιουνίου 2015

Έτσι τελειώνει ο κόσμος όχι με ένα βρόντο, μα μ΄ένα λυγμό

του Τάση Παπαϊωάννου
Αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ



Είμαστε οι κούφιοι ανθρώποι/ Είμαστε οι παραγεμισμένοι ανθρώποι, λένε οι πρώτοι στίχοι του ποιήματος του Ελιοτ, απ' όπου αντλούμε τον τίτλο του άρθρου μας.

Τα δημογραφικά στοιχεία προβληματίζουν. Οι στατιστικοί δείκτες, τα διαγράμματα και οι πίνακες με τις ποσοστώσεις τρομάζουν. Το 1825 ο πληθυσμός της Γης ανερχόταν σε περίπου 1 δισεκατομμύριο ανθρώπους, το 2011 εκτινάχτηκε στα 7 δισ., ενώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών, το 2050 θα κατοικούν στον πλανήτη περί τα 9,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι. Νούμερα ιλιγγιώδη. Ανθρωποι κι άλλοι άνθρωποι, σκαρφαλωμένοι πάνω σε μια κιβωτό που μοιάζει ότι δεν μπορεί πλέον να μας αντέξει· και διαρκώς βουλιάζουμε. Το ναυάγιο φαντάζει προδιαγεγραμμένο κι όμως, ελάχιστοι από όλους εμάς ανησυχούν! Το μέλλον για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας πλησιάζει τόσο ζοφερό και δυσοίωνο.
Παρ' όλα αυτά, τίποτε δεν φαίνεται ικανό να ταράξει τη μακαριότητα του δυτικού -και όχι μόνο- κόσμου. Κοίτα μας! Στέκουμε άβουλοι, παθητικοί, ναρκωμένοι στον βαθύ λήθαργο της εικονικής τηλεοπτικής ευδαιμονίας μας. Βαλσαμωμένοι μέσα στην καταναλωτική αυταπάτη που φαντάζει στα μάτια μας σαν η υπέρτατη αξία της ζωής, χαμένοι κάπου ανάμεσα στο νέο Smartphone και στο τελευταίο μοντέλο του tablet που πρέπει διακαώς να αποκτήσουμε.
Την ίδια ώρα 1,3 δισ. άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, χωρίς τροφή, χωρίς νερό και στοιχειώδη υγειονομική περίθαλψη. Στο έλεος της μοίρας τους! Κάποιοι άλλοι, εξαιρετικά λίγοι, κατέχουν αστρονομικά πλούτη και τα αυξάνουν συνεχώς με γεωμετρική πρόοδο. Περιουσίες μυθικές, πολύ μεγαλύτερες από το ΑΕΠ ολόκληρων κρατών. Ενα επικίνδυνο σύστημα τείνει να εδραιωθεί ως αδιαμφισβήτητο παγκόσμιο καθεστώς, ως μονόδρομος ανάπτυξης και εξέλιξης, το οποίο συνεχίζει να διευρύνει με αφάνταστα βίαιο τρόπο τις ακραίες ανισότητες ανάμεσα στους ανθρώπους. Η ανισομέρεια ανάμεσα στις φτωχές και πλούσιες περιοχές του πλανήτη διαρκώς διογκώνεται. Τα καραβάνια των απελπισμένων μεταναστών θα πολλαπλασιάζονται στην αγωνιώδη προσπάθειά τους να βρουν ένα ασφαλές μέρος για να μπορέσουν στοιχειωδώς να ζήσουν.
Και η αρχιτεκτονική; Καθρέφτης της ζωής μας, αδιάψευστος, αποτυπώνει στον χώρο τις τρομακτικές αντιθέσεις. Από τη μία, στη βιτρίνα των μεγαλουπόλεων, τα φαντασμαγορικά σύγχρονα υπερπολυτελή κατασκευάσματα και, από την άλλη, στην πίσω μεριά, οι τρώγλες και οι ατέλειωτες παραγκουπόλεις των πάμφτωχων ανθρώπων που συνωθούνται στο περιθώριο. Απέναντι στην αρχιτεκτονική χίμαιρα που χτίζεται από το περίσσευμα, στέκει η αρχιτεκτονική από το υστέρημα, στα νέα προηγμένα και πολυδιαφημισμένα υλικά, η επανάχρηση των υπολειμμάτων, των «άχρηστων» που πετιούνται στις χωματερές.
Δεν είναι, λοιπόν, ματαιόδοξη και απολύτως ναρκισσιστική η προσπάθεια να εκφραστεί

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Τάκης Ζενέτος, Στρογγυλό σχολείο, Αρχιτεκτονική Πολεοδομία, ΕΛΠ 12

Ναυσικά Αλειφέρη ΓΙΑ 'ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ-ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ', ΜΑΡΤΙΟΣ 2015


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Τάκης Ζενέτος γεννήθηκε στην Αθήνα. Ήταν ένας από τους 200 νέους επιστήμονες που διέφυγαν με το «Ματαρόα» τον Δεκέμβριο του 1944, προκειμένου να συνεχίσουν τις σπουδές τους στη Γαλλία. Επέστρεψε το 1955 στην Ελλάδα, όπου έκανε καριέρα ως αρχιτέκτονας.
Στην πρώτη ενότητα θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την ‘ηλεκτρονική πολεοδομία’ του Ζενέτου και θα παρουσιάσουμε ένα από τα υλοποιημένα έργα του, το ‘στρογγυλό σχολείο’.
Στη δεύτερη ενότητα θα ασχοληθούμε με την ευαισθητοποίηση των επιστημόνων σχετικά με την προστασία της Φύσης και την πρόταση του Ζενέτου για την τουριστική αξιοποίηση περιοχών της νότιας Κρήτης.
Στην τρίτη ενότητα θα ασχοληθούμε με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική στη μεταπολεμική Ελλάδα.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα ευρωπαϊκά κράτη μετά τον Β΄ΠΠ επιδόθηκαν στην ανοικοδόμηση των πόλεων που ήταν μια καλή ευκαιρία για την εδραίωση σε μεγάλη κλίμακα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Η μεταπολεμική τέχνη απελευθερώθηκε από το βάρος των ιστορικών προτύπων της Αναγέννησης, του Νεοκλασικισμού, του Γοτθικού ρυθμού. Στον φονξιοναλισμό (λειτουργικότητα) του μοντέρνου κινήματος προστέθηκε ο κοινωνικός προσανατολισμός. Επιδίωξη της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής ήταν η δημιουργία ανθρώπινων πόλεων. Κατατέθηκαν ολοκληρωμένα σχέδια αστικής οικοδόμησης, από τα οποία απουσίαζαν οι μνημειακές κατασκευές –που άλλοτε εξυπηρετούσαν θεοκρατικές ή ηγεμονικές σκοπιμότητες. Σημασία δόθηκε στην ποιότητα των κτηρίων, στη δημιουργία χώρων για πλατείες, πάρκα.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Αρχιτεκτονική του Μουσείου Ακρόπολης

Μουσείο Ακρόπολης 
                                
Το Μουσείο Ακρόπολης είναι το δεύτερο σημαντικότερο αρχαιολογικό μουσείο της Ελλάδας μετά το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, της Αθήνας, αφιερωμένο στα ευρήματα του Ιερού Βράχου, με πάνω από 10.500 εκθέματα και ειδική αίθουσα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Βρίσκεται στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου 15 στην Αθήνα  και αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς πολιτιστικούς προορισμούς της Ελλάδας.
        Ιδρύθηκε στις 20 Ιουνίου 2009. Ιδιοκτησία: Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Στη συλλογή του περιλαμβάνονται 10.557 αντικείμενα από την Ακρόπολη και τις κλιτύες της. Φιλοξενεί τα πρωτότυπα γλυπτά της Ακρόπολης, σε ιδανικές συνθήκες φωτισμού και θέα προς τον Παρθενώνα. Προσφέρει μοναδική εμπειρία με ψηφιακούς οδηγούς, θεματικές ξεναγήσεις και σύγχρονες εκθέσεις.
       Το μουσείο είναι χτισμένο πάνω από τον αρχαιολογικό χώρο Μακρυγιάννη, με γυάλινο δάπεδο που επιτρέπει στους επισκέπτες να βλέπουν την αρχαία γειτονιά κάτω από τα πόδια τους.

 Κύριοι εκθεσιακοί χώροι

1. Αίθουσα των Κλιτύων
    Ευρήματα από τις πλαγιές της Ακρόπολης, στο ισόγειο του μουσείου.
2. Αρχαϊκή Ακρόπολη
    Ανατολικό και νότιο τμήμα του 1ου ορόφου, με κορυφαία αρχαϊκά γλυπτά όπως οι Κόρες.
3. Τα μνημεία του Περικλή
Έργα από το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή, στη δυτική πλευρά του 1ου ορόφου.
4. Από τον 5ο αιώνα π.Χ. έως την ύστερη αρχαιότητα
Ιστορική εξέλιξη της Ακρόπολης μέσα στους αιώνες.
5. Αίθουσα Παρθενώνα
Ολόκληρος ο 3ος όροφος είναι αφιερωμένος στα γλυπτά του Παρθενώνα, σε διάταξη που αναπαράγει τον ναό. 


Αρχιτεκτονική

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Η Μητρόπολη των Αθηνών, Αρχιτεκτονική Πολεοδομία, ΕΛΠ12

 ΒΑΘΜΟΣ 9

Φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη, για Αρχιτεκτονική Πολεοδομία, ΕΛΠ12, του ΕΑΠ

Θέμα:  Η μικρή και μεγάλη Μητρόπολη των Αθηνών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

O ιστορικός Δερτιλής αναφέρει ότι οι μορφωμένοι, οι λόγιοι, οι ισχυροί διαχρονικά και σε όλους τους πολιτισμούς σφυρηλατούν «τις συλλογικές ταυτότητες».[1] Οι αρχιτέκτονες επιχειρούν να αποδώσουν την ταυτότητα ενός έθνους, το πνεύμα της εποχής (ιδεολογικές απόψεις και προκαταλήψεις) μέσω τεχνοτροπιών και υλικών, υπακούοντας, και εξυπηρετώντας πολιτικές σκοπιμότητες.
Στην πρώτη ενότητα θα αναφέρουμε αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της Μικρής Μητρόπολης και πως αυτά είχαν διαμορφωθεί στο Βυζάντιο του 12ου αιώνα μ.Χ.
Στη δεύτερη ενότητα θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε το πνευματικό κλίμα της Αθήνας και την αποτύπωσή του στην αρχιτεκτονική του 12ου αιώνα μ.Χ.
Στην τρίτη ενότητα θα μελετήσουμε τη Μεγάλη Μητρόπολη και το κλίμα της εποχής του 19ου αιώνα.
Στην τέταρτη ενότητα θα συγκρίνουμε τις δυο εκκλησίες και θα αναφερθούμε στο ρόλο τους στη σύγχρονη Αθήνα.


Η ΜΙΚΡΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Η Παναγία Γοργοεπήκοος (εικ. 1)[2] -μία από τις σωζόμενες βυζαντινές εκκλησίες-[3] κατασκευάστηκε στην Αθήνα περί τα τέλη του 12ου αιώνα μ.Χ. Στα μετέπειτα χρόνια ο ναός  έγινε γνωστός ως Άγιος Ελευθέριος ή Μικρή Μητρόπολη.

Εικ. 1. Παναγία Γοργοεπήκοος ή Άγιος Ελευθέριος. Αθήνα

Ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ναού είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος σε αθηναϊκό[4] τρούλο. Ο