ο
οποίος κινείται με μεγάλη ευκολία (και ευστοχία) ανάμεσα στη δημώδη καθημερινή
γλώσσα και στον καθαρευουσιάνικο λόγο.
ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ
Άνευ ή μετά χαρτοφυλακίου! Πάντα
ευπροσήγορος. Μεταξύ δύσκολου και αδυνάτου να τον πετύχετε στο γραφείο του,
γιατί πάντα λείπει. (Σημ. Πάντα είν’ εκεί).
Κανών εις και μοναδικός. Έχει δεν
έχει δουλειά θα σας δώσει:
α) το χέρι β) Διαβεβαιώσεις γ)
υποσχέσεις δ) ευχάς.
Παρασκηνιακώς: Έχετε πάει στο
διάβολο, σταλμένος απ’ αυτόν, το λιγότερο είκοσι φορές.
Υπηρεσιακώς: Εντολή στον κλητήρα.
Αν σας ξαναμπάσει μέσα, θ’ απολυθεί.
Προεκλογικώς: Γράμμα εγκάρδιο. Την ψήφο
σας.
Εορταστικώς: Τηλεγράφημα ατελές.
ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ 7-10 Μ.Μ.
Εσπέραν τινά του φθινοπώρου, νέος
τις, άψογως ενδεδυμένος, ήτοι με σακάκι μοντέρνο κοντό και σκιστό, ήτο
εγκατεστημένος εις τα πεζοδρομιακά καθίσματα του κοσμικού εκείνου κέντρου, όπερ
ευρίσκεται ακριβώς εις την υπό των οδών Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου
σχηματιζόμενην γωνίαν. Η εσπέρα ήτο θερμή και γλυκεία, ήτοι έσκαζε ο τζίτζικας
και η κίνησης εντονότατη, ήτοι πήχτρα. Και το λοιπόν, ο λαμπρός αυτός
εκκολαπτόμενος ανήρ, που μύριζε απενταρία, ροκ εν ρολ και θράσος, ητένιζε τα
κοράσια, ήτοι τα θηλυκά, με βλέμμα αδηφάγον και πονηρόν κι εμένα που καθόμουν
απέναντί του μου ’ρχόταν να σηκωθώ και να τον αρχίσω στις φάπες.
[…] Η Αθήνα ξυπνούσε. Τα δειλινά ζώα της, οι
Αθηναίοι, τρέχαν στις αφετηρίες των λεωφορείων, φορτωμένα ανακούφιση και
κούραση. Πολλά αυτοκίνητα, πολλές επιγραφές, άδεια τα ταμεία των χειμερινών
κινηματογράφων, κουφόβραση, πόλισμαν, ένα σωρό ενοχλήσεις […] συλλογίστηκα το
τέλος του μηνός, το νοίκι, την πολιτική κατάσταση, την αρθρίτιδα που έχει αρχίσει
να μ’ ενοχλεί, μιαν αρραβωνιαστικιά που μ’ εγκατέλειψε προ δεκαετίας, την τιμή
των χειμερινών κοστουμιών, ένα μικρό χρέος που κάποτε ελπίζω να το εξοφλήσω,
όλα εκείνα τα παράσιτα, όσα δεν έχουν φτερά και απομυζητικές προβοσκίδες, αλλά
τα έστειλε ο πολιτισμός να βασανίζουνε τους τίμιους λογιστές.
[…] Έχω ακούσει για τους πολύ
κοσμικούς κύκλους. Τα γιώτινγκ, τα τένις κλαμπ, τα χολ των μεγάλων ξενοδοχείων.
Για να μπω εκεί μέσα θα ’πρεπε να κατέχω το μαγικό λυχνάρι του Αλαντίν ή το
λιγότερο κάμποσες χιλιάδες κίτρινες λίρες και τρεις γλώσσες σε ημιμάθεια. […]
Οι χαριτωμένες κοπέλες, ψεύτικα βαμμένες, ψεύτικα ποζάτες, ψεύτικα
πολιτισμένες, οι αστές κυρίες που ήρθανε να ποζάρουν πλάι στην παρθενιά μιας
κόρης διψασμένης για αποκατάσταση, οι νεάζουσες κυρίες, πάνω από εξήντα, τα
καπέλα στο κεφάλι τους είναι γεμάτα βιολέτες, η φλυαρία στο στόμα τους γεμάτη
δηλητήριο, πλάσματα που θυμίζουνε πολύ τις Φραγκόκοτες, την μπαγιατίλα, εκείνη
την ψαλμωδία «άμωμοι εν οδώ» και το αμάρτημα της κουταμάρας. […] υπάρχουν τα
μικρά ανήλικα κοριτσόπουλα, που τρέφουνε μέσα τους το μικρόβιο μιας Νινόν ντε
Λανγκλό, λένε τολμηρά ανέκδοτα, καπνίζουνε αμερικάνικα τσιγάρα, αδειάζουνε
ασυνείδητα ποτήρια, διηγούνται κυνικούς έρωτες και προετοιμάζονται ν’
αντιμετωπίσουν τη ζωή «δι’ ιδίων μέσων». […] Ο περασμένος άντρας: Ένας κόκορας
που δεν του απομείνανε παρά τα φτερά, πολύ προσεγμένα από το ράφτη του. Ο χρόνος τελειοποίησε τους καλούς του τρόπους, δεν βλέπει με ένα τηλεσκόπιο, αλλά
υποφέρει φορώντας ένα μονόκλ. Ο Παράδεισός του βεντούζες και χαμομήλι.
Προτιμάει την Κόλαση, κορτάροντας ανώφελα με παν ον φέρον θήλυ σχήμα. Λέει
ανέκδοτα, κάνει τον μπον βιβιάν, παλικαρίζει. Αν δώσει μια κλωτσιά θα χάσει το
πόδι του, αν δώσει ένα φιλί θα χάσει τις μασέλες του, δίνει ερωτικές
υποσχέσεις, δεν είναι σε θέση να τις κρατήσει, ένας πολιτευόμενος στον κύκλο
του. Οι κρόταφοι στάζουνε νεότητα καραμπογιάς. Κάτω από τα καφετιά μαλλιά οι
τρίχες λευκές...