Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Εργαστήρια κατασκευής πυρομαχικών και όπλων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821

Την πρώτη ουσιαστική ελληνική πολεμική βιομηχανία αποτελούν τα εργαστήρια παραγωγής πυρομαχικών και όπλων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση της Επανάστασης. Λειτουργούσαν ήδη από τον 18ο αιώνα και κατά της διάρκειας της Ελληνικής Επανάστασης κατά των Οθωμανών παρήγαγαν τεράστιες ποσότητες μπαρουτιού. Τα εργαστήρια δεν ήταν πολλά, αυτά όμως, που υπήρχαν και λειτουργούσαν συστηματικά, κάλυπταν μέρος των αναγκών του Αγώνα. Η Δημητσάνα αποτέλεσε τον κεντρικό πυρήνα παραγωγής μπαρουτιού, ενώ μικρότερες βιοτεχνίες σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα παρήγαγαν, επισκεύαζαν και συναρμολογούσαν όπλα και βόλια.
        Το μπαρούτι παραγόταν κυρίως στη Δημητσάνα, αλλά και σε μικρότερες μονάδες στα Καλάβρυτα, στη Στεμνίτσα και σε άλλα ορεινά χωριά με πρόσβαση σε νερόμυλους. Τα βασικά εργαστήρια πυρομαχικών, όμως, ήταν οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας. Ήταν ο κύριος τροφοδότης πυρομαχικών των ελληνικών πολεμικών σωμάτων. Η διαδικασία παραγωγής περιλάμβανε άλεση νίτρου, θείου και κάρβουνου σε νερόμυλο, στη συνέχεια ανάμειξη, ξήρανση, κοσκίνισμα και συσκευασία. Οι Αγωνιστές έλεγαν χαρακτηριστικά ότι «η Δημητσάνα μας έσωσε», επειδή χωρίς μπαρούτι δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του πολέμου.
        Στην ηπειρωτική Ελλάδα λειτουργούσαν τοπικά εργαστήρια όπλων και πυρομαχικών, τα οποία εξυπηρετούσαν κυρίως τις ανάγκες των κλεφτών και αρματολών και αργότερα των εξεγερμένων Ελλήνων. Δεν επρόκειτο για μεγάλα εργοστάσια, αλλά για μικρές, ευέλικτες μονάδες που λειτουργούσαν σε χωριά και ορεινές περιοχές. Λειτουργούσαν εργαστήρια κατασκευής όπλων (καριοφίλια, πιστόλες, γιαταγάνια), επισκευής και συναρμολόγησης όπλων τα οποία ήταν παλιά, φθαρμένα, ή με εισαγόμενους μηχανισμούς που εισάγονταν κυρίως από Ιταλία και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες -απαραίτητες ενέργειες που εξασφάλιζαν τη λειτουργικότητά τους. 
        Υπήρχαν και εργαστήρια που παρήγαγαν βόλια σε μικρά χυτήρια: λιώσιμο μολύβδου, χύσιμο σε καλούπια, καθαρισμός και λείανση.

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Τσελεμεντές Νικόλαος (1878-1958)


Αφίσα για τον ΟΔΗΓΟ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ
                του Νικόλαου Τσελεμεντέ


H ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και Άρτας το 1881 στην Ελλάδα ακολουθήθηκε από εσωτερική αναδιάρθρωση και έτσι έγινε εντονότερη η προσπάθεια της πολιτικής ηγεσίας (από τον Χαρίλαο Τρικούπη έως τον Ελευθέριο Βενιζέλο) για να αποκτήσει η χώρα ευρωπαϊκή φυσιογνωμία.

Οι ποιητές και λογοτέχνες -υιοθετώντας σιγά σιγά τη δημοτική γλώσσα- επηρεάστηκαν από τα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής, όπως τον Παρνασσισμό, Συμβολισμό, Ρεαλισμό, Νατουραλισμό, τα οποία είχαν γεννηθεί στη Γαλλία.
    Την περίοδο 1880-1930, ο Κωστής Παλαμάς κυριαρχούσε στην «Νέα Αθηναϊκή Σχολή», ο Νικόλαος Πολίτης συγκέντρωνε λαογραφικό υλικό, ο Γιάννης Βλαχογιάννης "αποκρυπτογραφούσε" (για 2 σχεδόν χρόνια) τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος διηύθυνε το περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων» (1879-1948).
Και ενώ η λογοτεχνική γενιά είχε συσπειρωθεί στα μηνιαία περιοδικά «Εστία» (1876-1895) και «Νουμά» (1903-1931) προσφέροντας πνευματική τροφή στους αναγνώστες,  
ο Νικόλαος Τσελεμεντές ασχολήθηκε με την αναγκαία τροφή του σώματος.
   

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

Αληθής Ιστορία, για τη Σελήνη του Λουκιανού - 2ος αιώνας μ.Χ.

        Αλφαβητάριο  "ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ",
του Επαμεινώνδα Γεραντώνη, ΑΘΗΝΑΙ 1950
 Στην Αρχαιότητα υπήρχε η δοξασία 
ότι στη Σελήνη
κατοικούσαν νοήμονα όντα.



Η λέξη φεγγάρι προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη φεγγάριν (10ος-11ος αι.), η οποία αποτελεί υποκοριστικό του αρχαίου ελληνικού ουσιαστικού φέγγος (=φως, λάμψη).
Ετυμολογικά στοιχεία:
Ρίζα: από το αρχαίο φέγγος > φεγγάριον (υποκοριστικό)  > φεγγάριν > φεγγάρι.
Σημασία: Η ονομασία δόθηκε περιφραστικά, υποδηλώνοντας το ουράνιο σώμα που εκπέμπει φως, αντικαθιστώντας σταδιακά την αρχαία λέξη Σελήνη στην δημώδη ομιλία. Ετυμολογικά σημαίνει «το φωτεινό» ή «το μικρό φως»
Συγγενικά: Σχετίζεται με το φεγγοβόλος, φεγγαράκι, φεγγάρι.







«Αληθής Ιστορία»

Καλός δε παρά Σεληνίταις νομίζεται, ήν που τις φαλακρός ή. Και μην και γένεια φύουσιν μικρόν υπέρ τα γόνατα. Και όνυχας εν τοις ποσίν ουκ έχουσιν, αλλά πάντες εισίν μονοδάκτυλοι. Και επειδάν ή πονώσιν ή γυμνάζωνται, γάλακτι παν το σώμα ιδρούσιν, ώστε και τυρούς απ’ αυτού πήγνυνται. Τους δε οφθαλμούς περιαιρετούς έχουσι και πολλοί τους σφετέρους απολέσαντες παρ’ άλλων χρησάμενοι ορώσιν. Τινές δε και πολλούς αποθέτους έχουσιν, οι πλούσιοι.
Κάτοπτρον δε μέγιστον κείται υπέρ φρέατος ου πάνυ βαθέος. Αν μεν ουν εις το φρέαρ καταβή τις, ακούει πάντων των εν τη γη λεγομένων, εάν δε εις το κάτοπτρον αποβλέψη, πάσας μεν πόλεις, πάντα δε έθνη ορά.
Τότε και τους οικείους εγώ εθεασάμην και πάσαν την πατρίδα, ει δε κακείνοι εμέ εώρων, ουκέτι έχω ειπείν. Όστις δε ταύτα μη πιστεύει ούτως έχειν, άν ποτε και αυτός εκείσε αφίκητα, είσεται ως αληθή λέγω.