Το μπαρούτι παραγόταν κυρίως στη Δημητσάνα, αλλά και σε μικρότερες μονάδες στα Καλάβρυτα, στη Στεμνίτσα και σε άλλα ορεινά χωριά με πρόσβαση σε νερόμυλους. Τα βασικά εργαστήρια πυρομαχικών, όμως, ήταν οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας. Ήταν ο κύριος τροφοδότης πυρομαχικών των ελληνικών πολεμικών σωμάτων. Η διαδικασία παραγωγής περιλάμβανε άλεση νίτρου, θείου και κάρβουνου σε νερόμυλο, στη συνέχεια ανάμειξη, ξήρανση, κοσκίνισμα και συσκευασία. Οι Αγωνιστές έλεγαν χαρακτηριστικά ότι «η Δημητσάνα μας έσωσε», επειδή χωρίς μπαρούτι δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του πολέμου.
Στην ηπειρωτική Ελλάδα λειτουργούσαν τοπικά εργαστήρια όπλων και πυρομαχικών, τα οποία εξυπηρετούσαν κυρίως τις ανάγκες των κλεφτών και αρματολών και αργότερα των εξεγερμένων Ελλήνων. Δεν επρόκειτο για μεγάλα εργοστάσια, αλλά για μικρές, ευέλικτες μονάδες που λειτουργούσαν σε χωριά και ορεινές περιοχές. Λειτουργούσαν εργαστήρια κατασκευής όπλων (καριοφίλια, πιστόλες, γιαταγάνια), επισκευής και συναρμολόγησης όπλων τα οποία ήταν παλιά, φθαρμένα, ή με εισαγόμενους μηχανισμούς που εισάγονταν κυρίως από Ιταλία και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες -απαραίτητες ενέργειες που εξασφάλιζαν τη λειτουργικότητά τους.
Υπήρχαν και εργαστήρια που παρήγαγαν βόλια σε μικρά χυτήρια: λιώσιμο μολύβδου, χύσιμο σε καλούπια, καθαρισμός και λείανση.

