Η συνάντηση του Προέδρου των ΗΠΑ, Ρούζβελτ με τον βασιλιά
της Σαουδικής Αραβίας, Ιμπν Σαούντ το
1945 είναι ένα από τα πιο καθοριστικά –και συχνά παρεξηγημένα– γεγονότα στη
διαμόρφωση της σύγχρονης Μέσης Ανατολής.
Ο Franklin Roosevelt συναντήθηκε με τον
βασιλιά Ibn Saud (Αμπντουλαζίζ Ιμπν Σαούντ) της Σαουδικής Αραβίας πάνω στο
αμερικανικό πολεμικό πλοίο USS Quincy, στη Μεγάλη Πικρή Λίμνη της Διώρυγας του
Σουέζ. Η συνάντηση έγινε κατά την επιστροφή του Ρούσβελτ από τη Γιάλτα (Συνθήκη
της Γιάλτας). Ήταν η πρώτη φορά που Αμερικανός πρόεδρος συναντούσε Σαουδάραβα
μονάρχη. Στη συνάντηση έπαιξε ρόλο η προσωπική διπλωματία, αφού ο Ρούσβελτ
πίστευε βαθιά στην καλλιέργεια των προσωπικών σχέσεων και θεωρούσε ότι αυτού
του είδους οι συναντήσεις μπορούσαν να λύσουν μεγάλα προβλήματα. Το κλίμα ήταν εξαιρετικά φιλικό και
περιλάμβανε ανταλλαγή δώρων, όπως ένα ειδικά κατασκευασμένο αναπηρικό αμαξίδιο
για τον Σαούντ (και ο Ρούσβελτ και ο Σαούντ είχαν κινητικά προβλήματα) και
παραδοσιακά δώρα από την πλευρά του σαουδάραβα.
Μεταξύ άλλων συζητήθηκαν το ακανθώδες θέμα σχετικά με το Παλαιστινιακό και την εγκατάσταση στην Παλαιστίνη των εβραίων προσφύγων, που είχαν επιζήσει από το Ολοκαύτωμα (SOA). Ο Ρούσβελτ ζήτησε τη γνώμη του Ιμπν Σαούντ, ο οποίος απάντησε ότι οι εβραίοι πρόσφυγες θα έπρεπε να επιστρέψουν στις ευρωπαϊκές χώρες από τις οποίες εκδιώχθηκαν, όχι στην Παλαιστίνη. Επίσης, τόνισε: ότι οι Άραβες δεν θα δεχτούν εβραϊκό κράτος και ότι οι Άραβες «θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να παραδώσουν τη γη τους». Ο Ρούσβελτ τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα έκανε τίποτα εναντίον των Αράβων στο θέμα της Παλαιστίνης, όσο ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ.
Η συνάντηση είχε επίσης σημαντικό ενεργειακό υπόβαθρο. Οι ΗΠΑ ανησυχούσαν για μελλοντική έλλειψη πετρελαίου και θεωρούσαν τη Σαουδική Αραβία κρίσιμη για την παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία, αφού οι αμερικανικές εταιρείες είχαν ήδη ανακαλύψει τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου στη χώρα από τη δεκαετία του 1930. Η συνάντηση θεωρείται το θεμέλιο της σύγχρονης αμερικανο-σαουδαραβικής σχέσης, καθώς οι ΗΠΑ εξασφάλισαν πρόσβαση σε τεράστια αποθέματα πετρελαίου ενώ η Σαουδική Αραβία εξασφάλισε στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη. Η επίδραση της συνάντησης, λίγες εβδομάδες πριν τον θάνατο του Ρούζβελτ, ήταν βαθιά, μακροχρόνια και συχνά υποτιμημένη. Η συνάντηση καθιέρωσε μια άτυπη αλλά ισχυρή συμφωνία (ΗΠΑ→ ασφάλεια, Σαουδική Αραβία → πετρέλαιο) η οποία έγινε ο πυρήνας της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή για τα επόμενα 70 χρόνια ‒χωρίς τη συμμαχία του 1945, οι ΗΠΑ θα είχαν πολύ πιο αδύναμη θέση.
Η Μέση Ανατολή μπήκε στο επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά το Παλαιστινιακό ζήτημα παρέμεινε άλυτο και φορτισμένο.
Ψυχρός
Πόλεμος (Cold War, 12 Μαρτίου 1947-1991)
Η συμφωνία επηρέασε τον Ψυχρό Πόλεμο αφού δημιούργησε μια στρατηγική ανισορροπία εις βάρος της Μόσχας. Οι ΗΠΑ απέκτησαν ενεργειακό έλεγχο σε μια περιοχή κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία, η Σαουδική Αραβία έγινε αντικομμουνιστικός πυλώνας ενώ η Σοβιετική Ένωση αποκλείστηκε από τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα του κόσμου. Μετά το 1945, οι ΗΠΑ εγκατέστησαν βάσεις στον Περσικό Κόλπο, προστάτευσαν τις μοναρχίες της περιοχής, επενέβησαν στρατιωτικά όταν απειλήθηκαν τα πετρέλαια (π.χ. Πόλεμος του Κόλπου 1991) και χρησιμοποίησαν τη Σαουδική Αραβία ως αντίβαρο στο Ιράν μετά το 1979.
Η Σαουδική Αραβία ως ηγέτης του σουνιτικού μπλοκ απέκτησε πολιτική επιρροή, οικονομική ισχύ, θρησκευτικό κύρος· τοποθετήθηκε απέναντι στην Αίγυπτο του Νάσερ (σοσιαλιστική, φιλοσοβιετική), στη Συρία και το Ιράκ (μπααθικά, φιλοσοβιετικά), στο Ιράν πριν το 1979 (φιλοδυτικό, αλλά ανταγωνιστικό). Η Σαουδική Αραβία έγινε αντισοβιετικό ανάχωμα χρηματοδοτώντας αντικομμουνιστικά κινήματα, υποστήριζε φιλοδυτικές μοναρχίες, αντιτάχθηκε σε σοσιαλιστικά καθεστώτα και συνεργάστηκε με τις ΗΠΑ σε μυστικές επιχειρήσεις (π.χ. Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980). Η Μέση Ανατολή μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού σουνιτικών-σοσιαλιστικών-εθνικιστικών καθεστώτων, με τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ να στηρίζουν αντίπαλες πλευρές.
Η συμφωνία επηρέασε έμμεσα το Παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο έγινε εργαλείο προπαγάνδας και για τα δύο μπλοκ. Ο Ρούσβελτ υποσχέθηκε στον Ιμπν Σαούντ ότι δεν θα υποστήριζε πολιτικές που θα έβλαπταν τους Άραβες στην Παλαιστίνη. Όμως, μετά τον θάνατο του Ρούσβελτ, ο Τρούμαν (Truman S. Harry) ακολούθησε διαφορετική πορεία, υποστηρίζοντας τη δημιουργία του Ισραήλ. Έτσι, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ βρέθηκαν να στηρίζουν και το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία ενώ η Σοβιετική Ένωση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την αραβική δυσαρέσκεια.
Μεταξύ άλλων συζητήθηκαν το ακανθώδες θέμα σχετικά με το Παλαιστινιακό και την εγκατάσταση στην Παλαιστίνη των εβραίων προσφύγων, που είχαν επιζήσει από το Ολοκαύτωμα (SOA). Ο Ρούσβελτ ζήτησε τη γνώμη του Ιμπν Σαούντ, ο οποίος απάντησε ότι οι εβραίοι πρόσφυγες θα έπρεπε να επιστρέψουν στις ευρωπαϊκές χώρες από τις οποίες εκδιώχθηκαν, όχι στην Παλαιστίνη. Επίσης, τόνισε: ότι οι Άραβες δεν θα δεχτούν εβραϊκό κράτος και ότι οι Άραβες «θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να παραδώσουν τη γη τους». Ο Ρούσβελτ τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα έκανε τίποτα εναντίον των Αράβων στο θέμα της Παλαιστίνης, όσο ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ.
Η συνάντηση είχε επίσης σημαντικό ενεργειακό υπόβαθρο. Οι ΗΠΑ ανησυχούσαν για μελλοντική έλλειψη πετρελαίου και θεωρούσαν τη Σαουδική Αραβία κρίσιμη για την παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία, αφού οι αμερικανικές εταιρείες είχαν ήδη ανακαλύψει τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου στη χώρα από τη δεκαετία του 1930. Η συνάντηση θεωρείται το θεμέλιο της σύγχρονης αμερικανο-σαουδαραβικής σχέσης, καθώς οι ΗΠΑ εξασφάλισαν πρόσβαση σε τεράστια αποθέματα πετρελαίου ενώ η Σαουδική Αραβία εξασφάλισε στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη. Η επίδραση της συνάντησης, λίγες εβδομάδες πριν τον θάνατο του Ρούζβελτ, ήταν βαθιά, μακροχρόνια και συχνά υποτιμημένη. Η συνάντηση καθιέρωσε μια άτυπη αλλά ισχυρή συμφωνία (ΗΠΑ→ ασφάλεια, Σαουδική Αραβία → πετρέλαιο) η οποία έγινε ο πυρήνας της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή για τα επόμενα 70 χρόνια ‒χωρίς τη συμμαχία του 1945, οι ΗΠΑ θα είχαν πολύ πιο αδύναμη θέση.
Η Μέση Ανατολή μπήκε στο επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά το Παλαιστινιακό ζήτημα παρέμεινε άλυτο και φορτισμένο.
Η συμφωνία επηρέασε τον Ψυχρό Πόλεμο αφού δημιούργησε μια στρατηγική ανισορροπία εις βάρος της Μόσχας. Οι ΗΠΑ απέκτησαν ενεργειακό έλεγχο σε μια περιοχή κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία, η Σαουδική Αραβία έγινε αντικομμουνιστικός πυλώνας ενώ η Σοβιετική Ένωση αποκλείστηκε από τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα του κόσμου. Μετά το 1945, οι ΗΠΑ εγκατέστησαν βάσεις στον Περσικό Κόλπο, προστάτευσαν τις μοναρχίες της περιοχής, επενέβησαν στρατιωτικά όταν απειλήθηκαν τα πετρέλαια (π.χ. Πόλεμος του Κόλπου 1991) και χρησιμοποίησαν τη Σαουδική Αραβία ως αντίβαρο στο Ιράν μετά το 1979.
Η Σαουδική Αραβία ως ηγέτης του σουνιτικού μπλοκ απέκτησε πολιτική επιρροή, οικονομική ισχύ, θρησκευτικό κύρος· τοποθετήθηκε απέναντι στην Αίγυπτο του Νάσερ (σοσιαλιστική, φιλοσοβιετική), στη Συρία και το Ιράκ (μπααθικά, φιλοσοβιετικά), στο Ιράν πριν το 1979 (φιλοδυτικό, αλλά ανταγωνιστικό). Η Σαουδική Αραβία έγινε αντισοβιετικό ανάχωμα χρηματοδοτώντας αντικομμουνιστικά κινήματα, υποστήριζε φιλοδυτικές μοναρχίες, αντιτάχθηκε σε σοσιαλιστικά καθεστώτα και συνεργάστηκε με τις ΗΠΑ σε μυστικές επιχειρήσεις (π.χ. Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980). Η Μέση Ανατολή μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού σουνιτικών-σοσιαλιστικών-εθνικιστικών καθεστώτων, με τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ να στηρίζουν αντίπαλες πλευρές.
Η συμφωνία επηρέασε έμμεσα το Παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο έγινε εργαλείο προπαγάνδας και για τα δύο μπλοκ. Ο Ρούσβελτ υποσχέθηκε στον Ιμπν Σαούντ ότι δεν θα υποστήριζε πολιτικές που θα έβλαπταν τους Άραβες στην Παλαιστίνη. Όμως, μετά τον θάνατο του Ρούσβελτ, ο Τρούμαν (Truman S. Harry) ακολούθησε διαφορετική πορεία, υποστηρίζοντας τη δημιουργία του Ισραήλ. Έτσι, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ βρέθηκαν να στηρίζουν και το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία ενώ η Σοβιετική Ένωση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την αραβική δυσαρέσκεια.
Οι μετέπειτα
κρίσεις στη Μέση Ανατολή είναι σε μεγάλο βαθμό απόηχος εκείνης της συνάντησης
του 1945