Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΘΗΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΘΗΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Αρχαιολογικές ανασκαφές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα

Ο Χαρίλαος Τρικούπης  (1832-1896) 'αντάλλαξε' την γαλλική υποστήριξη για την προσάρτηση εδαφών στην Ελλάδα με την παραχώρηση στη Γαλλία του δικαιώματος ανασκαφής στους Δελφούς -τον Ομφαλό της Γης.
Οι Γάλλοι ζητούσαν από χρόνια το αποκλειστικό δικαίωμα ανασκαφής στους Δελφούς. Η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών (ιδρύθηκε το 1846) είχε θέσει ως στόχο την πλήρη ανασκαφή του ιερού των Δελφών, την αποκλειστικότητα των εργασιών και την απομάκρυνση του χωριού Καστρί. Η Ελλάδα δίσταζε, γιατί η μετακίνηση του χωριού ήταν δύσκολη και δαπανηρή επιπλέον υπήρχε φόβος «ξένης κυριαρχίας» σε εμβληματικό χώρο.
        Δεν υπάρχει επίσημο έγγραφο είναι όμως σαφές ότι η ανταλλαγή αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των αμοιβαίων εξυπηρετήσεων, της διπλωματικής συμμαχίας της Ελλάδας που χρειαζόταν τη Γαλλία για την εδαφική της επέκταση με τη Γαλλία που χρειαζόταν την Ελλάδα για να αποκτήσει πρόσβαση σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους του κόσμου. Ο Τρικούπης αξιοποίησε το ζήτημα των Δελφών με εξαιρετική διπλωματία.
Η Γαλλία ήταν η μόνη Μεγάλη Δύναμη που στήριξε σταθερά την ελληνική διεκδίκηση της Θεσσαλίας. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων μετά το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, η Γαλλία υποστήριξε την ελληνική θέση για σύνορα μέχρι τον ποταμό Πηνειό, άσκησε πίεση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και λειτούργησε ως αντίβαρο στην πιο επιφυλακτική Βρετανία απέναντι στις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις. Έτσι, λοιπόν, η Ελλάδα προσάρτησε την περιφέρεια της Θεσσαλίας και τον νομό Άρτας με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης το 1881 και η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, μετά την επίσημη παραχώρηση του δικαιώματος, το 1891-1903 πραγματοποίησε την «Μεγάλη Ανασκαφή» στους Δελφούς, ένα από τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά έργα της εποχής.
 
Πώς οι ανασκαφές έγιναν εργαλείο διεθνούς πολιτικής
Στα τέλη του 19ου αιώνα η Ευρώπη ζούσε μια «αρχαιολογική διπλωματία». Οι Μεγάλες Δυνάμεις ανταγωνίζονταν για το ποια θα «κατακτήσει» τα μεγάλα ιερά της Αρχαιότητας. Η κατοχή ή η ανασκαφή ενός μεγάλου αρχαιολογικού χώρου ενίσχυε το διεθνές κύρος ενός κράτους, λειτουργούσε ως απόδειξη πολιτισμικής ανωτερότητας και παρήγαγε τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο. 
Η Ελλάδα αξιοποίησε την Αρχαιότητα ως διαπραγματευτικό όπλο. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν είχε στρατιωτική ισχύ, ήταν όμως ο μοναδικός κληρονόμος της αρχαίας κληρονομιάς. Η παραχώρηση δικαιωμάτων ανασκαφής δημιουργούσε συμμαχίες, εξασφάλιζε διπλωματική υποστήριξη και ενίσχυε τη διεθνή θέση της χώρας.
           Η Γαλλία επιδίωκε τους Δελφούς ως σύμβολο πολιτισμικής ηγεμονίας, ως μέσο ενίσχυσης της πολιτισμικής της επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο και προβολής της γαλλικής επιστήμης και ως αντίβαρο στη γερμανική αρχαιολογική δόξα και ισχύ λόγω των ανασκαφών την στην αρχαία Ολυμπία. Η Γαλλία ασκούσε πολιτισμική επιρροή μέσω εκπαίδευσης και γαλλικής γλώσσας.
            Οι συστηματικές ανασκαφές στην Αρχαία Ολυμπία, έναν από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους παγκοσμίως, ξεκίνησαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο (1875-1881), που αποκάλυψαν την κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων και το ιερό της Άλτεως. Σημαντικά ευρήματα είναι: η Νίκη του Παιωνίου, ο Ερμής του Πραξιτέλους, ναός του Διός. Η μεγάλη ανασκαφή της Ολυμπίας ανέδειξε τη γερμανική επιστημονική υπεροχή, δημιούργησε δεσμούς ανάμεσα σε Γερμανούς και Έλληνες αρχαιολόγους, ενίσχυσε την παρουσία της γερμανικής μεθοδολογίας στην ελληνική εκπαίδευση. Η Ολυμπία έγινε σύμβολο γερμανικής επιστημονικής ισχύος.
          Το Ηνωμένο Βασίλειο είχε αποκτήσει πρόσβαση και μελέτη σε σημαντικές θέσεις, αλλά χωρίς αποκλειστικότητα. Τις μεγάλες αρπαγές, άλλωστε, τις είχε κάνει νωρίτερα στον Παρθενώνα, στην αρχαία Φιγάλεια (πόλη της αρχαίας Αρκαδίας, στην επικράτεια της οποίας βρισκόταν ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα). Η Βρετανία δεν έλαβε «μεγάλο» νέο χώρο, διατήρησε, όμως, πολιτισμική επιρροή μέσω μουσείων, εκπαίδευσης και εμπορίου.
Η ιταλική αρχαιολογία λειτουργούσε περισσότερο ως εργαλείο αποικιακής πολιτικής, με ανταγωνιστική επιρροή στα Βαλκάνια και στο Αιγαίο. Η Ιταλία πραγματοποίησε ανασκαφές στα Δωδεκάνησα (μετά το 1912, εκτός ελληνικού κράτους τότε).

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Διακήρυξη των Αθηνών Περί Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας, Ελλάδας - Τουρκίας, 2023

Η Διακήρυξη των Αθηνών περί Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας, η οποία υπεγράφη στις 7 Δεκεμβρίου 2023 από τον Έλληνα Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αποτελεί ένα κείμενο πολιτικής δέσμευσης για τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Τα κύρια σημεία της Διακήρυξης είναι:
-Δέσμευση για «Ήρεμα Νερά»: Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας, να αποφεύγουν εντάσεις, εμπρηστικές δηλώσεις και μονομερείς ενέργειες που υπονομεύουν την ειρήνη.
-Τρεις Άξονες Διαλόγου: Επιβεβαιώθηκε η συνέχιση της συνεργασίας σε τρεις άξονες: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα (οικονομική συνεργασία) και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ).
-Προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο: Υπογραμμίζεται η βούληση για επίλυση διαφορών με φιλικά μέσα, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
-Μη Δεσμευτικός Χαρακτήρας: Η Διακήρυξη δεν αποτελεί νομικά δεσμευτική διεθνή συνθήκη και δεν παράγει νομικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τα δύο μέρη. Είναι ένα «κείμενο αρχών».
-Επιδίωξη Σύγκλισης: Στόχος είναι η βελτίωση του κλίματος ώστε, σε επόμενη φάση, να συζητηθούν τα πιο «ακανθώδη» ζητήματα (όπως οριοθέτηση ΑΟΖ/Υφαλοκρηπίδας).
-Συνεχής Επικοινωνία: Προβλέπονται τακτικές συναντήσεις σε ανώτατο επίπεδο (όπως το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας) για την παρακολούθηση της προόδου.

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Με μολύβι και χάρακα ορίστηκαν τα σύνορα των κρατών στη Μέση Ανατολή, 1916

Πολλά από τα σύγχρονα κράτη της περιοχής δημιουργήθηκαν αυθαίρετα από ευρωπαϊκές δυνάμεις  χωρίς να λάβουν υπόψη τους τις φυλές, τις θρησκείες, που δεν ενδιαφέρθηκαν ούτε για τις ιστορικές κοινότητες, ούτε για τις τοπικές ταυτότητες.
         Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι είχαν πείσει τους Άραβες φύλαρχους να πολεμήσουν στο πλευρό της Αντάντ, με αντάλλαγμα τη δημιουργία κρατών στη Μέση Ανατολή εάν διαλυόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά τη διάρκεια του  Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (World War I or Great War, 1914-1918), όμως, τα αραβικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  διαμοιράστηκαν από τους νικητές ‒Βρετανία,  Γαλλία‒  που καθόρισαν τα σύνορα με τη μυστική συμφωνία: τη Sykes-Picot Agreement (1916). 
        Οι Άραβες ζητούσαν την ανεξαρτησία που τους είχαν υποσχεθεί και προκειμένου να λυθεί το θέμα αγγλογάλλοι διπλωμάτες έβαλαν κυριολεκτικά τον χάρακα πάνω στον χάρτη της Μέσης Ανατολής, όπου σχεδίασαν σύνορα αραβικών κρατών χωρίς γνώση της περιοχής, παρά μόνον με αποικιακά κριτήρια, τα οποία  δημιουργούσαν σφαίρες επιρροής-κατοχής και εξυπηρετούσαν τα επιχειρηματικά συμφέροντά τους Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ενδιαφέρονταν για τη χάραξη στρατηγικών δρόμων, για την εκμετάλλευση του πετρελαϊκού πλούτου των περιοχών της Μέσης Ανατολής, για την αποικιακή διοίκηση, και για την εξασφάλιση της ισορροπίας ισχύος μεταξύ τους. Τα τεχνητά σύνορα της Μέσης Ανατολής, δημιούργησαν εύθραυστο 'μωσαϊκό' που μέχρι σήμερα παράγει συγκρούσεις.
 
Μέση Ανατολή (Middle East)
Δημιουργήθηκαν κράτη όπως το Ιράκ (συνδυασμός σιιτών, σουνιτών, Κούρδων), η Συρία (πολυθρησκευτικό μωσαϊκό), η Ιορδανία (τεχνητό κράτος για να εξυπηρετήσει βρετανικά συμφέροντα), ο Λίβανος (θρησκευτική πολυμορφία σε μικρή έκταση, γαλλικής επιρροής). Τα νέα σύνορα:
- ένωσαν ομάδες που δεν ήθελαν να ζήσουν μαζί (π.χ. Ιράκ: Κούρδοι + Σουνίτες + Σιίτες),
- διέσπασαν λαούς που ήθελαν δικό τους κράτος (π.χ. Κούρδοι σε 4 χώρες: Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Συρία),
- δημιούργησαν τεχνητά κράτη χωρίς κοινή ταυτότητα, π.χ. Ιορδανία, Κουβέιτ,
- άφησαν άλυτες εδαφικές διεκδικήσεις (π.χ. Συρία-Λίβανος, Ιράκ-Κουβέιτ),
- ενίσχυσαν αποικιακές εξαρτήσεις που αργότερα έγιναν πεδία ανταγωνισμού στον Ψυχρό Πόλεμο.
 
Η μυστική συμφωνία της Βρετανίας και της Γαλλίας που μοίραζε τη Μέση Ανατολή σε ζώνες επιρροής· τη Συνθήκη των Σεβρών (Treaty of Sèvres, 1920) και αργότερα τη Συνθήκη της Λωζάννης (Treaty of Lausanne, 1923), οι οποίες επικύρωσαν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και τη δημιουργία νέων κρατών. 
      Πολλά από αυτά τα προβλήματα δεν είναι «αρχαίες έχθρες». Είναι σύγχρονες κατασκευές που προέκυψαν από τις Συμφωνίες του 1916-1923, στη λογική του διαίρει και βασίλευε.

📖Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας, Tim Marshall, 2015.




Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Συνθήκη, άτυπη του Φραγκλίνου Ρούσβελτ με τον Ιμπν Σαούντ, 1945


Η συνάντηση το 1945 του Προέδρου των ΗΠΑ Φραγκλίνου Ρούζβελτ με τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας  Ιμπν Σαούντ είναι ένα από τα πιο καθοριστικά –και συχνά παρεξηγημένα– γεγονότα στη διαμόρφωση της σύγχρονης Μέσης Ανατολής.
Ο Franklin Roosevelt συναντήθηκε με τον βασιλιά Ibn Saud (Αμπντουλαζίζ Ιμπν Σαούντ) της Σαουδικής Αραβίας πάνω στο αμερικανικό πολεμικό πλοίο USS Quincy, στη Μεγάλη Πικρή Λίμνη της Διώρυγας του Σουέζ. Η συνάντηση έγινε κατά την επιστροφή του Ρούσβελτ από τη Γιάλτα (Συνθήκη της Γιάλτα). Ήταν η πρώτη φορά που Αμερικανός πρόεδρος συναντούσε Σαουδάραβα μονάρχη. Στη συνάντηση έπαιξε ρόλο η προσωπική διπλωματία, αφού ο Ρούσβελτ πίστευε βαθιά στην καλλιέργεια των προσωπικών σχέσεων και θεωρούσε ότι αυτού του είδους οι συναντήσεις μπορούσαν να λύσουν μεγάλα προβλήματα. Το κλίμα ήταν εξαιρετικά φιλικό και περιλάμβανε ανταλλαγή δώρων, όπως ένα ειδικά κατασκευασμένο αναπηρικό αμαξίδιο για τον Σαούντ (και ο Ρούσβελτ και ο Σαούντ είχαν κινητικά προβλήματα) και παραδοσιακά δώρα από την πλευρά του σαουδάραβα.
    Μεταξύ άλλων συζητήθηκαν το ακανθώδες θέμα σχετικά με το Παλαιστινιακό και την εγκατάσταση στην Παλαιστίνη των εβραίων προσφύγων, που είχαν επιζήσει από το Ολοκαύτωμα (soa). Ο Ρούσβελτ ζήτησε τη γνώμη του Ιμπν Σαούντ, ο οποίος απάντησε ότι οι εβραίοι πρόσφυγες θα έπρεπε να επιστρέψουν στις ευρωπαϊκές χώρες από τις οποίες εκδιώχθηκαν, όχι στην Παλαιστίνη. Επίσης, τόνισε: ότι οι Άραβες δεν θα δεχτούν εβραϊκό κράτος και ότι οι Άραβες «θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να παραδώσουν τη γη τους». Ο Ρούσβελτ τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα έκανε τίποτα εναντίον των Αράβων στο θέμα της Παλαιστίνης, όσο ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ.
        Η συνάντηση είχε επίσης σημαντικό ενεργειακό υπόβαθρο. Οι ΗΠΑ ανησυχούσαν για μελλοντική έλλειψη πετρελαίου και θεωρούσαν τη Σαουδική Αραβία κρίσιμη για την παγκόσμια ενεργειακή ισορροπία, αφού οι αμερικανικές εταιρείες είχαν ήδη ανακαλύψει τεράστια κοιτάσματα πετρελαίου στη χώρα από τη δεκαετία του 1930. Η συνάντηση θεωρείται το θεμέλιο της σύγχρονης αμερικανο-σαουδαραβικής σχέσης, καθώς οι ΗΠΑ εξασφάλισαν πρόσβαση σε τεράστια αποθέματα πετρελαίου ενώ η Σαουδική Αραβία εξασφάλισε στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη. Η επίδραση της συνάντησης, λίγες εβδομάδες πριν τον θάνατο του Ρούζβελτ, ήταν βαθιά, μακροχρόνια και συχνά υποτιμημένη. Η συνάντηση καθιέρωσε μια άτυπη αλλά ισχυρή συμφωνία (ΗΠΑ→ ασφάλεια, Σαουδική Αραβία → πετρέλαιο) η οποία έγινε ο πυρήνας της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή για τα επόμενα 70 χρόνια  ‒χωρίς τη συμμαχία του 1945, οι ΗΠΑ θα είχαν πολύ πιο αδύναμη θέση.
    Η Μέση Ανατολή μπήκε στο επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά το Παλαιστινιακό ζήτημα παρέμεινε άλυτο και φορτισμένο.
 
 Ψυχρός Πόλεμος (Cold War, 12 Μαρτίου 1947-1991)
Η συμφωνία επηρέασε τον Ψυχρό Πόλεμο  αφού δημιούργησε μια στρατηγική ανισορροπία εις βάρος της Μόσχας. Οι ΗΠΑ απέκτησαν ενεργειακό έλεγχο σε μια περιοχή κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία, η Σαουδική Αραβία έγινε αντικομμουνιστικός πυλώνας ενώ η Σοβιετική Ένωση αποκλείστηκε από τα μεγαλύτερα πετρελαϊκά αποθέματα του κόσμου. Μετά το 1945, οι ΗΠΑ εγκατέστησαν βάσεις στον Περσικό Κόλπο, προστάτευσαν τις μοναρχίες της περιοχής, επενέβησαν στρατιωτικά όταν απειλήθηκαν τα πετρέλαια (π.χ. Πόλεμος του Κόλπου 1991) και χρησιμοποίησαν τη Σαουδική Αραβία ως αντίβαρο στο Ιράν μετά το 1979.
       Η Σαουδική Αραβία ως ηγέτης του σουνιτικού μπλοκ απέκτησε πολιτική επιρροή, οικονομική ισχύ, θρησκευτικό κύρος· τοποθετήθηκε  απέναντι στην Αίγυπτο του Νάσερ (σοσιαλιστική, φιλοσοβιετική), στη Συρία και το Ιράκ (μπααθικά, φιλοσοβιετικά), στο Ιράν πριν το 1979 (φιλοδυτικό, αλλά ανταγωνιστικό). Η Σαουδική Αραβία έγινε αντισοβιετικό ανάχωμα χρηματοδοτώντας αντικομμουνιστικά κινήματα, υποστήριζε φιλοδυτικές μοναρχίες, αντιτάχθηκε σε σοσιαλιστικά καθεστώτα και συνεργάστηκε με τις ΗΠΑ σε μυστικές επιχειρήσεις (π.χ. Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980). Η Μέση Ανατολή μετατράπηκε σε πεδίο ανταγωνισμού σουνιτικών-σοσιαλιστικών-εθνικιστικών καθεστώτων, με τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ να στηρίζουν αντίπαλες πλευρές.
          Η συμφωνία επηρέασε έμμεσα το Παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο έγινε εργαλείο προπαγάνδας και για τα δύο μπλοκ. Ο Ρούσβελτ υποσχέθηκε στον Ιμπν Σαούντ ότι δεν θα υποστήριζε πολιτικές που θα έβλαπταν τους Άραβες στην Παλαιστίνη. Όμως, μετά τον θάνατο του Ρούσβελτ, ο Τρούμαν (Truman Harry) ακολούθησε διαφορετική πορεία, υποστηρίζοντας τη δημιουργία του Ισραήλ. Έτσι, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου οι ΗΠΑ βρέθηκαν να στηρίζουν και το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία ενώ η Σοβιετική Ένωση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την αραβική δυσαρέσκεια.

 Οι μετέπειτα κρίσεις στη Μέση Ανατολή είναι σε μεγάλο βαθμό απόηχος εκείνης της συνάντησης του 1945

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Συμφωνία των Πρεσπών, 2019


Αλέξης Τσίπρας και Ζόαν Ζάεφ 

Prespa Agreement

25 01 2019 επικυρώθηκε από τη Ελληνική Βουλή η συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ των Αθηνών και Σκοπίων για τη μετονομασία της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας σε Βόρεια Μακεδονία, 12 Ιουνίου 2018.


 
 


Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2018

Συμφωνία / Διάσκεψη του Πότσνταμ, 1945 (τρίτη συνάντηση)

Η Συμφωνία του Πότσνταμ (Potsdam Agreement) στις 17 Ιουλίου - 2 Αυγούστου 1945, είναι η τρίτη και τελευταία συνάντηση των «Τριών Μεγάλων Συμμάχων» των ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Μ. Βρετανία, αντίστοιχα: ο Χάρι Τρούμαν, (Harry S. Truman, 1884-1972), ο Ιωσήφ Στάλιν, (Joseph Stalin, 1924-1953) και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill, 1874-1965), ο οποίος αντικαταστάθηκε στις 28 Ιουλίου 1945 από τον Πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου τον Κλέμεντ Άττλη (Clement Attlee, 1883-1967).
        Η Διάσκεψη έλαβε χώρα στο Πότσνταμ της Γερμανίας μετά τη συνθηκολόγηση της Ναζιστικής Γερμανίας. Πρόκειται για ένα πολιτικό και διοικητικό πλαίσιο που καθόρισε τη μεταπολεμική διαχείριση της ηττημένης Γερμανίας.

Βασικά Σημεία
-Διακυβέρνηση Γερμανίας: Ίδρυση Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου για τη διοίκηση της ηττημένης χώρας, η οποία χωρίστηκε σε ζώνες μεταξύ ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Μ. Βρετανίας και Γαλλίας.
-Οι "5Δ": στόχος ήταν η Δημοκρατικοποίηση, Αποναζιστικοποίηση, Αποστρατιωτικοποίηση, Αποβιομηχάνιση (περιορισμένη) και Αποκέντρωση της Γερμανίας. Το Βερολίνο επίσης χωρίστηκε σε τέσσερις τομείς. Οι αποφάσεις της Διάσκεψης αποτέλεσαν τη βάση για τη μετέπειτα διάσπαση σε Δυτική και Ανατολική Γερμανία.
-Σύνορα: Τα ανατολικά σύνορα της Γερμανίας μετακινήθηκαν στη γραμμή Όντερ-Νάισε παραχωρώντας έτσι εδάφη στην Πολωνία, η οποία μετακινήθηκε δυτικά, χάνοντας εδάφη προς την ΕΣΣΔ. 
Μετακινήσεις πληθυσμών: Αποφασίστηκε η οργανωμένη απέλαση μαζική μετακίνηση Γερμανικών πληθυσμών από Πολωνία, Τσεχοσλοβακία και Ουγγαρία προς τη Γερμανία. Οι Σύμμαχοι ζήτησαν να γίνει «με ανθρώπινο τρόπο», κάτι που στην πράξη δεν τηρήθηκε.
-Αποζημιώσεις: Συμφωνήθηκε η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων κυρίως προς τη Σοβιετική Ένωση από τη δική της ζώνη κατοχής.  Οι Δυτικοί θα έδιναν στη Μόσχα μέρος του βιομηχανικού εξοπλισμού από τις δικές τους ζώνες.
-Πολιτική αναδιοργάνωσηΕπανασύσταση τοπικών κυβερνήσεων στη Γερμανία, ενίσχυση δημοκρατικών θεσμών, έλεγχος της εκπαίδευσης και του Τύπου για εξάλειψη ναζιστικής προπαγάνδας.

Θέματα εκτός Ευρώπης: επιβεβαίωση της Διακήρυξης του Πότσνταμ προς την Ιαπωνία (26 Ιουλίου

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Συνθήκη της Γιάλτας, 1945 (δεύτερη συνάντηση)

ή Διάσκεψη της Γιάλτας (Yalta Conference) ήταν μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές του 20ού αιώνα. Διεξήχθη στις 4-11 Φεβρουαρίου 1945 στη Γιάλτα της Κριμαίας (Yalta) στην οποία συμμετείχαν οι τρεις μεγάλοι ηγέτες των Συμμάχων:
Φραγκλίνος Ρούσβελτ (Franklin Delano Roosevelt, 30 Ιανουαρίου 1882 - 12 Απριλίου 1945), ΗΠΑ· 
Ουίνστον Τσόρτσιλ (Sir Winston Churchill, 30 Νοεμβρίου 1874 - 24 Ιανουαρίου 1965), Ηνωμένο Βασίλειο·  
Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν (Joseph Vissarionovich Stalin, 18 Δεκεμβρίου 1878 - 5 Μαρτίου 1953), Σοβιετική Ένωση. Στόχος τους ήταν να αποφασίσουν πώς θα οργανωθεί η Ευρώπη μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. 

Μοιράζοντας τον κόσμο στη Διάσκεψη οι ηγέτες-νικητές, αποφάσισαν:
1. Η Μεταπολεμική Γερμανία α) θα διαιρούνταν σε ζώνες επιρροής (zones of influence): αμερικανική, βρετανική, σοβιετική, αργότερα και γαλλική) β) θα γινόταν αποστρατιωτικοποίηση και αποναζιστικοποίηση γ) Οι Σύμμαχοι θα δίκαζαν σε στρατοδικεία τους ναζί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και κατά της ειρήνης. Οι Δίκες της Νυρεμβέργης, (Nuremberg trials) από το 1945 έως το 1946 έθεσαν θεμέλια για το διεθνές ποινικό δίκαιο.
2. Για το ζήτημα της Πολωνίας που ήταν το πιο αμφιλεγόμενο θέμα συμφωνήθηκε ότι η Πολωνία θα είχε «ελεύθερες εκλογές» και κυβέρνηση «ευρείας δημοκρατικής βάσης». Στην πράξη, η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) εγκατέστησε φιλοσοβιετικό καθεστώς, το οποίο έγινε αργότερα σύμβολο της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου (Cold War, 1947-1991).
3. Αποφασίστηκε η σύγκληση διάσκεψης για τη δημιουργία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) τον Απρίλιο του 1945.
4. Συμφωνήθηκε η δομή του Συμβουλίου Ασφαλείας και το δικαίωμα βέτο των μεγάλων δυνάμεων.
5. Για την Ανατολική Ευρώπη οι Σύμμαχοι δεσμεύτηκαν για τη «Διακήρυξη της Απελευθερωμένης Ευρώπης», που προέβλεπε δημοκρατικές διαδικασίες στα απελευθερωμένα κράτη. Στην πράξη, η ΕΣΣΔ εγκατέστησε κομμουνιστικά καθεστώτα σε όλη την Ανατολική Ευρώπη.
6. Συμφωνήθηκε η συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Ο Στάλιν υποσχέθηκε ότι η ΕΣΣΔ θα μπει στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, μετά την ήττα της Γερμανίας. Αυτό έγινε τον Αύγουστο του 1945.
Η Συνθήκη της Γιάλτας είναι σημαντική αφού καθόρισε τα σύνορα και τα καθεστώτα της μεταπολεμικής Ευρώπης, έθεσε τα θεμέλια του ΟΗΕ, δημιούργησε τις συνθήκες για τον Ψυχρό Πόλεμο, έγινε σύμβολο της διαίρεσης Ανατολής-Δύσης. Για πολλούς ιστορικούς, η Γιάλτα είναι η στιγμή όπου «γεννήθηκε» ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.
 
Η Συνθήκη ήταν προδοσία ή αναγκαστικός συμβιβασμός;

Η Γιάλτα είναι από εκείνες τις ιστορικές στιγμές που μοιάζουν με καθρέφτη: το πώς την κρίνεις εξαρτάται από το πού στέκεσαι. Για άλλους ήταν προδοσία, για άλλους αναγκαστικός ρεαλισμός, για άλλους μια προσπάθεια να αποφευχθεί ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος πριν καν τελειώσει ο δεύτερος.            Η άποψη ότι η Γιάλτα ήταν “προδοσία” προέρχεται κυρίως από Πολωνούς ιστορικούς και πολιτικούς, από Ανατολικοευρωπαίους που βρέθηκαν υπό σοβιετικό έλεγχο και από δυτικούς αντικομμουνιστές της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Θεωρούν ότι οι Δυτικοί ηγέτες παρέδωσαν την Ανατολική Ευρώπη στον Στάλιν· ότι η Πολωνία, για την οποία ξεκίνησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν απέκτησε πραγματική ανεξαρτησία· ότι οι “ελεύθερες εκλογές” που υποσχέθηκε ο Στάλιν δεν έγιναν ποτέ· ότι η Γιάλτα νομιμοποίησε τη δημιουργία του σοβιετικού μπλοκ. Για πολλούς λαούς της Ανατολικής Ευρώπης, η Γιάλτα δεν ήταν “ειρήνη”. Ήταν αλλαγή κατακτητή.
         

Γιατί ο Τσόρτσιλ το 1944 υποστήριζε τη στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια;

Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ (Winston Churchill, 1874-1965) το 1944 υποστήριζε με πάθος μια μεγάλη συμμαχική στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια ‒και ειδικά στην Ελλάδα‒ για λόγους που συνδύαζαν γεωπολιτική στρατηγική, αντισοβιετικό υπολογισμό, και αυτοκρατορικά συμφέροντα. Η θέση του (την οποία είχε ήδη παρουσιάσει στην Τεχεράνη τον Νοέμβριο του 1943 (Πρωτόκολλο της Τεχεράνης, 1943) δεν ήταν καθόλου αυτονόητη για τους Συμμάχους, και μάλιστα συγκρούστηκε με τις αμερικανικές προτεραιότητες.
Η Βρετανική στρατηγική:
-Έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου και των θαλάσσιων οδών. Η Βρετανία θεωρούσε την Ανατολική Μεσόγειο ζωτικό χώρο για την πρόσβασή της στη Διώρυγα του Σουέζ, για την ασφάλεια των αποικιακών διαδρομών προς Ινδία–Μέση Ανατολή και για την αποτροπή γερμανικής ή σοβιετικής επιρροής σε μια περιοχή που έβλεπε ως βρετανική ζώνη επιρροής. Τα Βαλκάνια, ειδικά η Ελλάδα, ήταν για τον Τσόρτσιλ τόπος κατάλληλος για τον έλεγχο της Μεσογείου.
-Φόβος για σοβιετική επέκταση στα Βαλκάνια. Το 1944 ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε ραγδαία. Ο Τσόρτσιλ ανησυχούσε ότι η Σοβιετική Ένωση θα κυριαρχούσε σε ολόκληρη τη Βαλκανική, ότι τα κομμουνιστικά κινήματα αντίστασης (όπως ο ΕΛΑΣ) θα έπαιρναν την εξουσία μετά την απελευθέρωση και έτσι η Ελλάδα θα περνούσε στη σοβιετική επιρροή, κάτι που θεωρούσε απαράδεκτο για τα βρετανικά συμφέροντα. Η στρατιωτική παρουσία των Βρετανών θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στη Μόσχα.

Ο Βρετανός Πρωθυπουργός (1940-45) Τσόρτσιλ είχε ιδιαίτερη εμμονή με την Ελλάδα και επιδίωκε να έχει τον πολιτικό έλεγχό της. Η στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων τον Δεκέμβριο του 1944 (
«Δεκεμβριανά») ήταν η κορύφωση αυτής της πολιτικής, καθώς αποκατάστησε τη φιλοβρετανική κυβέρνηση* του βασιλιά Γεωργίου Β΄ (1890-1947) και απέτρεψε την επικράτηση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, το οποίο ήταν τότε η ισχυρότερη αντιστασιακή δύναμη στην Ελλάδα. Ο φόβος ήταν ότι αν η Ελλάδα περνούσε σε δύναμη μη φιλική προς τη Βρετανία, ολόκληρη η βρετανική στρατηγική στην περιοχή θα κατέρρεε. Γι’ αυτό η στρατιωτική επέμβαση στην Αθήνα θεωρήθηκε μη διαπραγματεύσιμη.
       Το περίφημο «μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης» που οραματιζόταν ήδη από το 1943, ο Τσόρτσιλ αφορούσε μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια, με την Ελλάδα ως «προγεφύρωμα» για την είσοδο των Συμμάχων στην Κεντρική Ευρώπη. Η οποία επιχείρηση, κατά την άποψή του, θα επέτρεπε στους Συμμάχους να εισέλθουν στην Κεντρική Ευρώπη (Γιουγκοσλαβία-Αυστρία) από τον Νότο και έτσι να φτάσουν στη Βιέννη πριν από τον Κόκκινο Στρατό. Αν και οι Αμερικανοί απέρριψαν αυτό το σχέδιο, ο Τσόρτσιλ συνέχισε να βλέπει την Ελλάδα ως τμήμα του στρατηγικού άξονα.
     Η «συμφωνία ποσοστών». Τον Οκτώβριο του 1944 (λίγες μέρες πριν την αναχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα) στη Μόσχα ο Τσόρτσιλ με την επιμονή του συμφώνησε με τον Στάλιν ότι η Ελλάδα θα ήταν 90% στη βρετανική σφαίρα επιρροής και 10% στη σοβιετική. Αυτή η συμφωνία έδωσε στον Τσόρτσιλ την πολιτική νομιμοποίηση να δράσει αποφασιστικά. Η Ελλάδα έγινε το έδαφος όπου η Βρετανία μπορούσε να επιβάλει τη συμφωνημένη ισορροπία. Η Ελλάδα ήταν το «εύκολο» σημείο άμεσης στρατιωτικής δράσης, η μόνη χώρα όπου οι Βρετανοί μπορούσαν να αποβιβαστούν χωρίς να συγκρουστούν με τη Σοβιετική Ένωση. Σε αντίθεση με άλλες βαλκανικές χώρες, όπως η Γιουγκοσλαβία που είχε ισχυρό παρτιζάνικο κίνημα, η Ρουμανία και η Βουλγαρία που βρίσκονταν ήδη υπό σοβιετικό έλεγχο, η Ουγγαρία που ήταν μέτωπο του Κόκκινου Στρατού.

Η αμερικανική απουσία άφησε χώρο στη Βρετανία ελεύθερη να δράσει μόνη της, 
χωρίς αμερικανικό ανταγωνισμό

Οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν ήθελαν να εμπλακούν σε εμφύλιες συγκρούσεις ευρωπαϊκών χωρών, και μάλιστα στα Βαλκάνια που θεωρούνταν δευτερεύον θέατρο πολέμου· η απόλυτη προτεραιότητά τους ήταν η νίκη στη Δυτική Ευρώπη. Για τους Αμερικάνους, το κέντρο βάρους ήταν η απόβαση στη Γαλλία, η διάσπαση της γερμανικής άμυνας, η τελική είσοδος στη Γερμανία σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Τεχεράνης του 1943.
      Τα «Δεκεμβριανά» στην Αθήνα οι ΗΠΑ τα αντιμετώπιζαν ως «αποικιακού τύπου» επέμβαση η οποία δεν ταίριαζε με το αμερικανικό αφήγημα περί αυτοδιάθεσης των λαών. Ήξεραν, όμως, παρότι δεν συμμετείχαν στη συμφωνία, πως είχε συμφωνηθεί η Ελλάδα να ανήκει στη Βρετανία και πως η Σοβιετική Ένωση δεν θα αντιδρούσε. Προκειμένου, λοιπόν, να μη διαταραχθεί η σταθερότητα των Συμμάχων, που εξασφάλιζε τη συνεργασία με τη Μόσχα, επέλεξαν ήπια διπλωματική πίεση για την ελληνική κρίση. Οι ΗΠΑ έστειλαν αυστηρά μηνύματα τα οποία, όμως, δεν ασκούσαν ουσιαστική πίεση, δεν συνοδεύονταν από απειλές, κυρώσεις. Η έκκληση για αυτοσυγκράτηση αφορούσαν την αποφυγή υπερβολικής χρήσης βίας, την επιδίωξη για πολιτική λύση ώστε να μην φανεί ότι οι Βρετανοί επιβάλλουν καθεστώς. Η αμερικανική ουδετερότητα άφησε τη Βρετανία να δράσει ανεμπόδιστη, δεν έστειλε στρατεύματα, δεν αμφισβήτησε δημόσια τη βρετανική πολιτική, δεν στήριξε το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, δεν προσπάθησε να μεσολαβήσει ενεργά. 
       Παρά την ουδετερότητα όμως, υπήρχε ανησυχία στις ΗΠΑ μήπως η στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα θα φαινόταν ως καταστολή του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος κατά των Γερμανών, κάτι που θα υπονόμευε το αφήγημα των Συμμάχων περί δημοκρατίας και θα ενίσχυε την κομμουνιστική προπαγάνδα. Παρ' όλα αυτά οι ΗΠΑ προτίμησαν να 'καταπιούν' αυτές τις ανησυχίες για χάρη της συνοχής της Συμμαχίας.

Ο Στάλιν δεν ενδιαφερόταν για την Ελλάδα,
επειδή δεν είχε στρατηγική αξία για την ΕΣΣΔ

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Πρωτόκολλο της Τεχεράνης στη Διάσκεψη του1943 (πρώτη συνάντηση)

Το Πρωτόκολλο υπεγράφη στο πλαίσιο της Διάσκεψης της Τεχεράνης που πραγματοποιήθηκε στις 28 Νοεμβρίου - 1 Δεκεμβρίου 1943, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Δημοσιεύθηκε και εφαρμόστηκε το 1944. Οι σύμμαχοι Φραγκλίνος Ρούζβελτ (ΗΠΑ), Ουίνστον Τσώρτσιλ (Ηνωμένο Βασίλειο), Ιωσήφ Στάλιν (ΕΣΣΔ) συναντήθηκαν για πρώτη φορά για να συντονίσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ώστε να επιτύχουν την ολοκληρωτική νίκη κατά της ναζιστικής Γερμανίας και δεσμεύτηκαν για την «Επιχείρηση Εύρηκα». Η Διάσκεψη αν και ήταν εστιασμένη στον Πόλεμο, επισφράγισε τη συνεργασία των τριών ηγετών και έθεσε τις βάσεις για τον μεταπολεμικό κόσμο.

Βασικά Σημεία της Διάσκεψης και του Πρωτοκόλλου:
-Οι Σύμμαχοι αναγνώρισαν τη βοήθεια του Ιράν στον πόλεμο και δεσμεύτηκαν να σεβαστούν την ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα του Ιράν, το οποίο βρισκόταν υπό συμμαχική κατοχή από το 1941 λόγω της στρατηγικής σημασίας του. Επιπλέον θα παρείχαν υποστήριξη προς την ιρανική κυβέρνηση μέσω οικονομικής και πολιτικής βοήθειας για τη σταθεροποίηση της χώρας μετά τον πόλεμο.
-Όσον αφορά τη στρατιωτική στρατηγική συμφώνησαν για το άνοιγμα Δεύτερου Μετώπου στη Γαλλία και οριστικοποιήθηκε επιχείρηση για την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία για το Μάιο του 1944 (Operation Overlord). Επίσης, συμφώνησαν για τον συντονισμό σοβιετικής επίθεσης στην Ανατολή ώστε να συμπέσει με το άνοιγμα του Δυτικού Μετώπου. Απέρριψαν, όμως, τα στρατηγικά σχέδια του Τσόρτσιλ για μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια 
(τη λεγόμενη στρατηγική του "μαλακού υπογαστρίου" της Ευρώπης), η οποία εξυπηρετούσε τα βρετανικά συμφέροντα μεν αλλά ήταν αντίθετη με τις αμερικανικές προτεραιότητες δε. Η πίεση για την εφαρμογή των σχεδίων του οδήγησε τελικώς στη διαβόητη «Συμφωνία των Ποσοστών» τον Οκτώβριο του 1944 στη Μόσχα, στην οποία Τσόρτσιλ και Στάλιν μοίρασαν τις ζώνες επιρροής στα Βαλκάνια γράφοντας τα μερίδιά τους σε χαρτοπετσέτα. 

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Επιχείρηση Μαρίτα, 1941, Συνθηκολόγηση/ανακωχή της Ελλάδας με τη Γερμανία

Γιώργος Θαλάσσης, Κατερίνα, Σπίθας,
Μικρός Ήρως, του Στέλιου Ανεμοδούρα





Η «Επιχείρηση Μαρίτα» 
(Operation Marita) είναι από τα γεγονότα που καθόρισαν δραματικά την πορεία της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945), του οποίου επίσης επηρέασε  την εξέλιξη.












Το όνομα «Επιχείρηση Μαρίτα» ήταν ο κωδικός της γερμανικής πολεμικής επίθεσης και εισβολής (German invasion of Greece) που θα αναπτυσσόταν στην Ελλάδα. Η εκτέλεση του σχεδίου ξεκίνησε στις 9Απριλίου 1941, με στόχο να διασφαλίσει την νότια πλευρά του Άξονα, να βοηθήσει την Ιταλία που είχε αποτύχει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, να εξασφαλίσει τον δρόμο προς τα Βαλκάνια ώστε να κατευθυνθεί προς τη Σοβιετική Ένωση. 
        Το πρωί της 6ης Απριλίου 1941,  η γερμανική 2η Μεραρχία Πάντ (Panzer), μηχανοκίνητες μονάδες, εμφανίστηκε  στην πλατεία Βαρδαρίου της Θεσσαλονίκης. Η επίσημη παράδοση της πόλης και του Τομέα Στρατού της Ανατολικής Μακεδονίας υπογράφηκε στο Γερμανικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης στις 10 Απριλίου 1941. Ακολούθησε στις 20 Απριλίου η υπέρ των Γερμανών συνθηκολόγηση/ανακωχή του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου στο Μέτσοβο, προκειμένου να αποφευχθεί η ολοκληρωτική καταστροφή του ελληνικού στρατού δεδομένης της εισβολής, η οποία υπογράφηκε από τον στρατιωτικό και πολιτικό Γεώργιο Τσολάκογλου (1988-22 Μαΐου 1948) ‒διορισμένο πρωθυπουργό από τις δυνάμεις του Άξονα κατά την περίοδο 1941-1942. Στις 27 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Αθήνα. Με την κατάληψη της Κρήτης την 1η Ιουνίου 1941 ολοκληρώθηκε η τριπλή κατοχή: Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία. Η Ελλάδα χωρίστηκε σε ζώνες κατοχής, με τη Γερμανία να ελέγχει τις στρατηγικές περιοχές Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη.

Η Ελλάδα είχε ήδη αποκρούσει την ιταλική επίθεση (τον Οκτώβριο του 1940), γεγονός που εξέθεσε την Ιταλία, ενίσχυσε το κύρος των Συμμάχων. Για αυτούς τους λόγους, η Γερμανία αποφάσισε να παρέμβει για να «κλείσει» το μέτωπο. Γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις εισέβαλαν από τη Βουλγαρία (είχε προσχωρήσει στον Άξονα, την 1η Μαρτίου του 1941, δηλαδή 46 μέρες πριν επιτεθούν οι Γερμανοί στην Ελλάδα) και  από την Γιουγκοσλαβία, η οποία κατέρρευσε, γεγονός που επέτρεψε στους Γερμανούς την ταχεία εισβολή στην Ελλάδα από τα δυτικά, ενόσω το μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού στρατού ήταν στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η λεγόμενη Γραμμή Μεταξά (από 21 μόνιμα οχυρά και εκατοντάδες ημιμόνιμα και επιφανειακά, όπως το Ρούπελ, Ιστίμπει, Λύσσε, Νυμφαία) αντιστάθηκε ηρωικά· παρακάμφθηκε, όμως, εξαιτίας της κατάρρευσης του βορειοελλαδικού μετώπου, με αποτέλεσμα οι ελληνικές δυνάμεις να βρεθούν αποκομμένες στην Αλβανία. Στη συνέχεια στις 27 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί στρατιώτες μπήκαν στην Αθήνα. Η τελευταία φάση της γερμανικής επίθεσης στην Ελλάδα που ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1941 και έληξε την 1η Ιουνίου του 1941, ήταν η Μάχη της Κρήτης («Επιχείρηση Ερμής»), η πρώτη μεγάλη αερομεταφερόμενη επιχείρηση, μέσω της οποίας οι Γερμανοί κατέλαβαν το νησί από τις συμμαχικές δυνάμεις, αλλά με τεράστιες απώλειες.
Επιχειρησιακά, δεν ήταν απλώς μια εισβολή· ήταν ένας κόμβος όπου τέμνονταν τα σχέδια του Χίτλερ, οι πολεμικές αδυναμίες του Μουσολίνι, η γεωγραφία της Χερσονήσου του Αίμου και η χρονική πίεση λόγω της επικείμενης επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση. Στόχος της Γερμανίας ήταν η σταθεροποίηση του νότιου μετώπου πριν από την επίθεση στην ΕΣΣΔ. Η Γερμανία δεν είχε αρχικά πρόθεση να εμπλακεί στα Βαλκάνια, η ιταλική αποτυχία όμως δημιούργησε κενό ισχύος στα νότια, κίνδυνο για τα πετρέλαια της Ρουμανίας (ζωτικά για τη Βέρμαχτ), πιθανότητα συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα. Η «Μαρίτα» ήταν μια επιχείρηση «αναγκαστικής σταθεροποίησης» -όχι επιλογής, αλλά ανάγκης που προέκυψε. 
Στρατηγικής σημασίας για τον Άξονα η καθυστέρηση της Μπαρμπαρόσα. Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα ολοκληρώθηκε επιτυχώς αλλά, όχι χωρίς κόστος σε χρόνο. Η Μάχη της Κρήτης κόστισε στους Γερμανούς την ελίτ των αλεξιπτωτιστών, οδήγησε τον Χίτλερ να μην ξαναχρησιμοποιήσει μεγάλης κλίμακας αεροαποβάσεις και παράλληλα έδωσε στους Συμμάχους πολύτιμο χρόνο και πληροφορίες. Το νησί μετατράπηκε (turning point) σε πεδίο σκληρής αντίστασης, που άλλαξε τη γραμμική ροή του Πολέμου. Η «Μαρίτα» και η Κρήτη μετατόπισαν χρονικά, από τον Απρίλιο στις 22 Ιουνίου του 1941, την έναρξη της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα» (Operation Barbarossa), η οποία όταν εκτελέστηκε παραβίασε το Σύμφωνο Μη Επιθέσεως Μολότοφ - Ρίμπεντροπ (Molotof Ribeentrop). Όταν λοιπόν η Βέρμαχτ έφτασε έξω από τη Μόσχα ήταν λίγο πριν τον βαρύ ρωσικό χειμώνα. Η αντίσταση των Ελλήνων, αν και δεν ήταν ο μόνος λόγος της τελικής γερμανικής ήττας, ήταν ο καταλύτης, ο μαύρος κύκνος.
Γεωπολιτική σημασία για τα Βαλκάνια. Η Ελλάδα ήταν για τη Βρετανία προγεφύρωμα, πιθανή βάση αεροπορικών επιδρομών, σημείο πίεσης στα Βαλκάνια. Ήταν η «Μαρίτα» που κατέλυσε το status quo της περιοχής, ενίσχυσε τη γερμανική επιρροή, έθεσε τα θεμέλια για μια τριπλή κατοχή που διέλυσε κοινωνικά και οικονομικά την Ελλάδα. Παρ' όλα αυτά η Ελλάδα μετατράπηκε σε διάδρομο ελέγχου της Ανατολικής Μεσογείου, σε χώρο αντιστασιακής δράσης που απορρόφησε σημαντικούς πόρους του Άξονα, σε κόμβο ανεφοδιασμού για τη Βόρεια Αφρική. 
Με μακροϊστορική σημασία. Η Ελλάδα λειτούργησε ως «στρατηγικός περισπασμός». Η γερμανική εμπλοκή στα Βαλκάνια απορρόφησε δυνάμεις, άνοιξε νέα μέτωπα, δημιούργησε μακροχρόνιες υποχρεώσεις κατοχής. Η Ελλάδα εξελίχθηκε σε «στρατηγικό βάλτο» για τη Γερμανία ‒μια μικρή χώρα, αλλά με τεράστιο κόστος διαχείρισης. Η ελληνική αντίσταση στην Ήπειρο και στη Γραμμή Μεταξά ανέτρεψε το αφήγημα του «αήττητου Άξονα», ενίσχυσε το ηθικό των Συμμάχων, δημιούργησε τον απαραίτητο αντιστασιακό θρύλο που επηρέασε την κοινή γνώμη διεθνώς.

👉Συνολική εκτίμηση στρατηγικής σημασίας
Σε αντίθεση με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, με την Ελλάδα στην πλευρά των νικητών (Αντάντ) που δέχτηκαν τη γερμανική ανακωχή στις 11 Νοεμβρίου 1918, στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα βρέθηκε υπό γερμανική κατοχή. Για την Ελλάδα η κατοχή από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους επέφερε βαρύτατες απώλειες, λιμό και παράλληλα αντίσταση. Η ηρωική αντίσταση των Ελλήνων δεν απέτρεψε την ταχεία κατάληψη της χώρας  καθυστέρησε ωστόσο την εισβολή της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση. 
Γιατί η Επιχείρηση Μαρίτα πέτυχε επιχειρησιακά, αλλά απέτυχε στρατηγικά; Η Γερμανία κέρδισε στο πεδίο, αλλά έχασε χρόνο, δυνάμεις, ευελιξία και στρατηγική πρωτοβουλία. Η Ελλάδα έγινε το μέτωπο που δεν ήθελε, αλλά έπρεπε να το διαχειριστεί. Η καθυστέρηση στη Μπαρμπαρόσα και η φθορά στην Κρήτη είχαν συνέπειες δυσανάλογες με το όφελος -απομακρύνθηκε η αστραπιαία νίκη (Blitzsieg).
        Με άλλα λόγια, η «Επιχείρηση Μαρίτα» είναι κλασικό παράδειγμα τακτικής νίκης που οδηγεί σε στρατηγική ήττα.

  🔗Β΄ΠΠ


Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, 1930


Το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930 ήταν μια ιστορική συμφωνία που υπέγραψαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ισμέτ Ινονού στην Άγκυρα στις 30 Οκτωβρίου 1930, σηματοδοτώντας τη θεαματική εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας, μόλις 8 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922).
Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923), είχε αφήσει σοβαρές εκκρεμότητες· όπως οι περιουσίες προσφύγων και «μη ανταλλάξιμων», οι οικονομικές αποζημιώσεις, τα ζητήματα εγκατάστασης και εμπορίου.
Οι διαπραγματεύσεις 1928–1930 οδήγησαν στη Συμφωνία της Άγκυρας (10 Ιουνίου 1930), που ρύθμισε τα οικονομικά θέματα και άνοιξε τον δρόμο για το Σύμφωνο Φιλίας, το οποίο πέτυχε:
           Την οριστική διευθέτηση περιουσιακών ζητημάτων. Η Ελλάδα και η Τουρκία προχώρησαν σε αμοιβαίο συμψηφισμό των περιουσιών προσφύγων και μη-ανταλλάξιμων, με την Τουρκία να λαμβάνει το χρεωστικό υπόλοιπο και να επιστρέφει ακίνητα Ελλήνων της Πόλης.
Τη σταθεροποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η συμφωνία θεωρήθηκε «ιστορικός σταθμός» για δύο λαούς που είχαν συγκρουστεί επί αιώνες.
Τον περιορισμό εξοπλισμών. Το Πρωτόκολλο Ναυτικών Εξοπλισμών στόχευε σε ισορροπία στο Αιγαίο και αποφυγή κούρσας εξοπλισμών.
Την ελεύθερη μετακίνηση και εγκατάσταση. Οι υπήκοοι των δύο χωρών μπορούσαν να ταξιδεύουν και να εγκαθίστανται στο έδαφος της άλλης με συγκεκριμένους όρους.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Συνθήκη του Ερζερούμ / ΟθωμανοΠερσικός Πόλεμος 1821-1823

Ο Πόλεμος του 1821-1823 ήταν η σημαντικότερη στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Περσίας στον 19ο αιώνα. Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ο Μαχμούτ Β΄  (Mahmud II, 1785-1839). Σάχης της Περσίας ήταν ο Φάθ Αλή Σάχ Καγιάρ (Fath-Ali Shah Qajar), της δυναστείας των Κατζάρ. Ο πραγματικός στρατιωτικός ηγέτης όμως ήταν ο διάδοχος Αμπάς Μιρζά (Abbas Mirza), ο οποίος ηγήθηκε των περσικών δυνάμεων.
            Η Περσία (= Ιράν από τις 21 Μαρτίου 1935, κατόπιν αιτήματος του Σάχη Ρεζά Παχλαβί ήθελε να εκμεταλλευτεί την εσωτερική αστάθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αστάθεια που προκαλούσε η εξέγερση των Γενιτσάρων και ο ξεσηκωμός πληθυσμών στα Βαλκάνια. Επίσης, ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ (1801-1825) επιδιώκοντας την αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκμεταλλεύτηκε τις συγκυρίες για να ενισχύσει τη δική της επιρροή στον Καύκασο.

Η αιτία για τον πόλεμο ήταν οι παραδοσιακές συνοριακές συγκρούσεις τους. Οι Ρώσοι έπεισαν τον Πέρση Abbas Mirza να εισβάλει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δεν επρόκειτο για επίσημη στρατιωτική συμμαχία, αλλά για διπλωματική και πολιτική υποκίνηση. Έτσι, οι Πέρσες κατέλαβαν το Κουρδιστάν και τις περιοχές που γειτνιάζουν με το Αζερμπαϊτζάν. Σε μια κίνηση αντιπερισπασμού, ο αντιβασιλέας της Βαγδάτης εισέβαλε στην Περσία αλλά ηττήθηκε και αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Ο αδελφός του Abbas Mirza, Mohammad Ali Mirza, πολιόρκησε τη Βαγδάτη (= η πόλη αποτελούσε διοικητικό κέντρο, Εγιαλέτι, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· από το 1921 είναι πρωτεύουσα του σύγχρονου Ιράκ). Παρά τις αρχικές επιτυχίες των Περσών, η εξάπλωση επιδημιών (χολέρας) στο περσικό στρατόπεδο περιόρισε τη δυναμική της εκστρατείας. Ο θάνατος του Mohammad Ali Mirza οδήγησε στη λήξη της πολιορκίας και στη μετατόπιση των πολεμικών συγκρούσεων προς τον βορρά.
Ο Πόλεμος έληξε με τη Συνθήκη του Ερζερούμ το 1823. Η συμφωνία ουσιαστικά επανέφερε τα σύνορα στο προπολεμικό καθεστώς, χωρίς σημαντικές εδαφικές αλλαγές, και επιβεβαίωσε την ανάγκη ειρηνικής συνύπαρξης στις αμφισβητούμενες περιοχές του Καυκάσου και του Κουρδιστάν. Η Συνθήκη απάλλαξε την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το ανατολικό μέτωπο, επιτρέποντάς της να επικεντρωθεί στον ξεσηκωμό των Ελλήνων.

 Σημασία για την Ελληνική Επανάσταση
Αν και υπήρξαν και άλλες εντάσεις στην περιοχή, ο συγκεκριμένος οθωμανοπερσικός πόλεμος ήταν ο πιο αξιοσημείωτος της περιόδου, συνδέοντας έμμεσα την περσική επεκτατική πολιτική με τα γεγονότα του ελληνικού επαναστατικού αγώνα. Οι συγκρούσεις στην Ανατολία με την ρωσική πίεση στην Υψηλή Πύλη λειτούργησαν ως αντιπερισπασμός υπέρ των Ελλήνων, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάστηκε να πολεμά σε δύο μέτωπα. Η διατήρηση πολυάριθμου στρατού στις ανατολικές επαρχίες, όπου οι Πέρσες επελαύναν, περιόριζαν την άμεση και μαζική μεταφορά στρατευμάτων στον ελλαδικό χώρο, κυρίως στην Πελοπόννησο.
         Ο σχετικά άγνωστος Οθωμανο - Περσικός πόλεμος ευνόησε να εδραιωθεί η Ελληνική Επανάσταση στα πρώτα χρόνια της. Στην Υψηλή Πύλη είχε γίνει πλέον σαφές ότι ο οθωμανικός στρατός χρειαζόταν αναδιοργάνωση με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Οι γενίτσαροι δημιουργούσαν πολλά προβλήματα και ο Μαχμούτ το 1826 τούς διέλυσε, αφού πρώτα σκότωσε πολλούς απ’ αυτούς. Τη δεκαετία του 1830 ο οθωμανικός στρατός άρχισε να αναδιοργανώνεται, να εκπαιδεύεται καλύτερα, να εξοπλίζεται ‒στρατιωτικές βελτιωτικές κινήσεις που, αν είχαν πραγματοποιηθεί πιο νωρίς, θα δυσκόλευαν τον Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων.



Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Συνθήκη του Ουνκιάρ Ισκελεσί, Ρωσο-οθωμανική, 1883

Η Συνθήκη του Ουνκιάρ Ισκελεσί ήταν μια καθοριστική ρωσοοθωμανική συμφωνία που μετέβαλε ριζικά το καθεστώς των Στενών, επιτρέποντας στη Ρωσία να απαιτεί το κλείσιμό τους σε ξένα πολεμικά πλοία. Αποτέλεσε σημείο καμπής στη διπλωματική ισορροπία της Ανατολικής Μεσογείου και προκάλεσε έντονη ανησυχία στις Δυτικές δυνάμεις.
    Υπογράφηκε στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, στην αποβάθρα Ουνκιάρ Ισκελεσί στις 8 Ιουλίου 1833 μεταξύ Ρωσικής Αυτοκρατορίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν αποτέλεσμα της ρωσικής στρατιωτικής βοήθειας προς τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄, όταν ο Ιμπραήμ Πασάς (γιος του Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου) απειλούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη.


Κύριοι όροι της Συνθήκης
-Αμυντική συμμαχία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεσμευόταν να βοηθήσει τη Ρωσία σε περίπτωση πολέμου.
-Μυστικό άρθρο. Το πιο σημαντικό και αμφιλεγόμενο μέρος της συνθήκης ήταν το μυστικό άρθρο, σύμφωνα με το οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα έκλεινε τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων σε όλα τα ξένα πολεμικά πλοία, εφόσον το ζητούσε η Ρωσία. Έτσι, η Ρωσία κέρδισε μοναδική στρατηγική επιρροή αφού μπορούσε να εμποδίσει τις δυτικές ναυτικές δυνάμεις να εισέλθουν στη Μαύρη Θάλασσα.

Τα Στενά ήταν (και παραμένουν) ο πιο κρίσιμος θαλάσσιος διάδρομος μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Η Συνθήκη ήταν τόσο σημαντική στον βαθμό που ανέτρεψε τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η δυνατότητα της Ρωσίας να τα κλείνει κατά βούληση, ουσιαστικά να ελέγχει τα Στενά, άλλαζε το γεωπολιτικό παιχνίδι. Η Συνθήκη θεωρήθηκε από τη Βρετανία και την αυτοκρατορική Γαλλία ως ρωσική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απειλή για τις δικές τους ναυτικές και εμπορικές διαδρομές.
    Η Συνθήκη του Ουνκιάρ Ισκελεσί δεν ανανεώθηκε και αντικαταστάθηκε από τη Συνθήκη των Στενών του Λονδίνου (1841), η οποία επανέφερε το καθεστώς κλειστών Στενών για όλα τα πολεμικά πλοία, αφαιρώντας το μονομερές προνόμιο της Ρωσίας.
    Αργότερα, το καθεστώς των Στενών άλλαξε ξανά με τις Συνθήκες των Σεβρών (1920), Λωζάννης (1923) και τελικά Μοντρέ (1936), που ισχύει μέχρι σήμερα.


Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Συνθήκη του Μοντρέ, 1936

Η Συνθήκη του Μοντρέ (Treaty of Montreux) ή Σύμβαση του Μοντρέ σχετικά με το καθεστώς των Στενών (Montreux Convention Regarding the Regime of the Straits) είναι μια από τις πιο σημαντικές διεθνείς συμφωνίες του 20ού αιώνα, γιατί καθορίζει μέχρι σήμερα το καθεστώς των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, που είναι η μόνη υδάτινη δίοδος από τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Μεσόγειο. Η Συνθήκη υπογράφηκε στις 20 Ιουλίου 1936 στο Μοντρέ της Ελβετίας. Συμμετείχαν: Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, ΕΣΣΔ, Ιαπωνία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία. Αντικατέστησε το καθεστώς των Στενών που είχε οριστεί στη Συνθήκη της Λωζάννης (1923) και ρύθμισε εκ νέου την παρουσία του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας στην περιοχή.
        Η νέα συνθήκη χρειάστηκε επειδή η 
Συνθήκη της Λωζάννης (1923) είχε θέσει τα Στενά σε διεθνή επιτροπή και είχε επιβάλει αποστρατιωτικοποίηση. Η άνοδος του ναζισμού και η γενικότερη αστάθεια στην Ευρώπη, η ανάγκη της Τουρκίας να ελέγχει την άμυνά της, η επιθυμία των Μεγάλων Δυνάμεων για σταθερότητα στη Μαύρη Θάλασσα ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία δυνάμεων οδήγησαν σε νέα διαπραγμάτευση.

Τα κύρια σημεία της Συνθήκης του Μοντρέ ήταν ο πλήρης έλεγχος των Στενών από την Τουρκία (με πρωθυπουργό τον Ισμέτ Ινονού), η οποία πέτυχε τεράστια διπλωματική νίκη για την Άγκυρα καθώς απέκτησε δικαίωμα στρατιωτικοποίησης των Στενών, δικαίωμα ελέγχου της ναυσιπλοΐας και δικαίωμα κλεισίματος των Στενών σε καιρό πολέμου.
        Σε καιρό πολέμου η Τουρκία μπορεί να κλείσει τα Στενά σε πολεμικά πλοία, να απαγορεύσει τη διέλευση πλοίων εμπόλεμων κρατών, να επιτρέψει διέλευση μόνο σε πλοία που επιστρέφουν στις βάσεις τους, όρος που δίνει στην Τουρκία τεράστια γεωπολιτική ισχύ. Σε καιρό ειρήνης τα εμπορικά πλοία όλων των κρατών έχουν ελεύθερη διέλευση, χωρίς περιορισμούς μεγέθους ή φορτίου, με ορισμένες τεχνικές προϋποθέσεις (π.χ. υγειονομικοί έλεγχοι).

Το πιο κρίσιμο σημείο της Συνθήκης αφορά τους περιορισμούς για τα πολεμικά πλοία μη παράκτιων κρατών της Μαύρης Θάλασσας.
        Για κράτη εκτός Μαύρης Θάλασσας (π.χ. ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο) ισχύουν: περιορισμός στον αριθμό και τον συνολικό τόνο των πλοίων, περιορισμός στη διάρκεια παραμονής (μέχρι 21 ημέρες), απαγόρευση διέλευσης μεγάλων πολεμικών πλοίων (π.χ. αεροπλανοφόρα). Για κράτη της Μαύρης Θάλασσας (π.χ. Ρωσία, Ουκρανία) ισχύουν: πολύ πιο χαλαροί περιορισμοί, δυνατότητα διέλευσης μεγαλύτερων πλοίων, δικαίωμα επιστροφής στόλου στις βάσεις του σε καιρό πολέμου

Για την Τουρκία είναι θεμέλιο της στρατηγικής της. Έχει τον έλεγχο σε έναν από τους πιο κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους του κόσμου, τον ρόλο «ρυθμιστή» ανάμεσα σε ΝΑΤΟ και Ρωσία και διπλωματικό βάρος σε κάθε κρίση στη Μαύρη Θάλασσα.
Για τη Ρωσία είναι ζωτικής σημασίας. Περιορίζει την παρουσία του ΝΑΤΟ στη Μαύρη Θάλασσα.
Για το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ είναι περιοριστική. Η Συνθήκη δεν επιτρέπει μόνιμη παρουσία μεγάλων ναυτικών δυνάμεων (π.χ. ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο) στη Μαύρη Θάλασσα. Ρύθμιση που μειώνει την πιθανότητα μεγάλων συγκρούσεων κοντά στο Αιγαίο.
Για την Ελλάδα η διατήρηση σταθερότητας και ασφάλειας των Στενών εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Ως ναυτιλιακή δύναμη ωφελείται από την ελεύθερη διέλευση των εμπορικών πλοίων (για εμπόριο, ενέργεια, στρατηγική πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα). Συμμετείχε επίσημα στη διαμόρφωση του νέου καθεστώτος των Στενών, αναγνώρισε τον πλήρη έλεγχό τους από την Τουρκία. Αποδέχθηκε τους περιορισμούς για τα πολεμικά πλοία στη Μαύρη Θάλασσα, ρύθμιση που μείωνε την πιθανότητα διεθνούς σύγκρουσης στα Στενά, κάτι κρίσιμο για την Ελλάδα.
            Αν και ο ρόλος της Ελλάδας ήταν μικρός, σε σχέση με αυτόν των Μεγάλων Δυνάμεων, η παρουσία της έδινε νομιμοποίηση στη νέα συμφωνία, ειδικά επειδή ήταν παράκτιο κράτος του Αιγαίου. Το 1936 η Ελλάδα, με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, ήταν υποστηρικτική προς τη Συνθήκη (μολονότι παρέχει στρατηγικά πλεονεκτήματα στην Τουρκία), καθώς επεδίωκε βελτίωση των φιλοτουρκικών σχέσεων ‒μέρος της πολιτικής η οποία είναι ευθυγραμμισμένη με το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, το 1930.

Στρατιωτικοποίηση νησιών Αιγαίου
Κατά την ελληνική θέση το Μοντρέ κατήργησε τη Σύμβαση της Λωζάννης για τα Στενά. Η Λήμνος και η Σαμοθράκη είχαν αποστρατιωτικοποιηθεί με τη Λωζάννη, όμως, η νέα συνθήκη δεν επανέλαβε τις διατάξεις αποστρατιωτικοποίησης. Άρα, σύμφωνα με την ελληνική θέση, η αποστρατιωτικοποίηση έπαψε να ισχύει για Λήμνο και Σαμοθράκη από το 1936.
          Αντιθέτως η Τουρκία ισχυρίζεται ότι η Λωζάννη εξακολουθεί να ισχύει για τα νησιά, ότι το Μοντρέ αφορά μόνο τα Στενά και ότι η στρατιωτικοποίηση παραβιάζει διεθνείς συνθήκες. Ωστόσο, η Τουρκία δεν εφαρμόζει τις δικές της υποχρεώσεις αποστρατιωτικοποίησης σε Ίμβρο και Τένεδο.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Συνέδριο του Βερολίνου 1878

Το Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου - 13 Ιουλίου 1878) συγκέντρωσε τους ηγέτες και κορυφαίους διπλωμάτες των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, με στόχο την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και την αναδιάταξη της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Οι ηγέτες και επικεφαλής αντιπροσωπειών των κρατών
-Γερμανία (οικοδεσπότης). Όττο φον Μπίσμαρκ – Καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (προήδρευσε του συνεδρίου). Συμμετείχαν επίσης: Γιούλιους φον Χόλσταϊν, Μπέρνχαρντ φον Μπούλοου (διπλωμάτες).
-Αυστροουγγαρία. Κόμης Γιούλα Αντράσσι - Υπουργός Εξωτερικών. Αλαγιός Κάρολι, - Διπλωμάτης (εμφανίζεται και στον πίνακα του Anton von Werner)
-Ρωσική Αυτοκρατορία. Πρίγκιπας Αλεξάντρ Γκορτσάκοφ -Υπουργός Εξωτερικών, Πιότρ Σουβάλοφ – Πρέσβης, στενός συνεργάτης του Τσάρου Αλεξάνδρου Β΄.
-Ηνωμένο Βασίλειο. Μπέντζαμιν Ντισραέλι (Λόρδος Μπήκονσφιλντ) - Πρωθυπουργός. Συνοδευόταν από τον Λόρδο Σάλσμπερι - Υπουργό Εξωτερικών.
-Γαλλία. Γουλιέλμος Ερνέστ ντε Σαιν-Βαλέ, William Henry Waddington - Υπουργός Εξωτερικών.
-Ιταλία. Κόμης Λουίτζι Κορτί – Υπουργός Εξωτερικών.
-Οθωμανική Αυτοκρατορία. Καραθεοδωρής Πασάς - Επικεφαλής αντιπροσωπείας, Σαντουλλάχ Πασάς, Μεχμέτ Αλή Πασάς
-Βαλκανικά κράτη (με περιορισμένη συμμετοχή). Δεν ήταν πλήρη μέλη του συνεδρίου, αλλά παρευρέθηκαν όταν συζητούνταν ζητήματα που τα αφορούσαν:
-Ελλάδα - Θεόδωρος Δηλιγιάννης, πρεσβευτής.
-Σερβία - Αντιπρόσωποι του πρίγκιπα Μιλάν.
-Ρουμανία - Αντιπρόσωποι του πρίγκιπα Καρόλου.
-Μαυροβούνιο - Εκπρόσωποι του πρίγκιπα Νικολάου

Το Συνέδριο πέτυχε: Αναθεώρησε τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Περιόρισε τη «Μεγάλη Βουλγαρία». Αναγνώρισε την ανεξαρτησία Ρουμανίας, Σερβίας, Μαυροβουνίου. Έδωσε στην Αυστροουγγαρία την κατοχή της Βοσνίας–Ερζεγοβίνης. Η Βρετανία απέκτησε την Κύπρο.

Πώς το Συνέδριο του Βερολίνου προετοίμασε την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1878 -1881)

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε την Μακεδονία και άλλες περιοχές το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) δεν έδωσε αμέσως τη Θεσσαλία στην Ελλάδα, αλλά δημιούργησε ακριβώς τις προϋποθέσεις που οδήγησαν στην προσάρτηση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου το 1881.
Το Συνέδριο άνοιξε το «ελληνικό ζήτημα». Στο Βερολίνο, οι Μεγάλες Δυνάμεις αναθεώρησαν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και επαναχάραξαν τα σύνορα στα Βαλκάνια. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα τέθηκε για πρώτη φορά επίσημα στο τραπέζι ως δικαιούχος εδαφικών διευθετήσεων, παρότι δεν ήταν πλήρες μέλος του συνεδρίου. Οι Δυνάμεις αναγνώρισαν ότι η Ελλάδα είχε «νόμιμες διεκδικήσεις» σε περιοχές με ελληνικό πληθυσμό.
    Η Μεγάλη Βουλγαρία περιορίστηκε - και αυτό ενίσχυσε την ελληνική θέση. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου είχε δημιουργήσει μια τεράστια Βουλγαρία, που θα απέκλειε κάθε ελληνική διεκδίκηση στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Το Συνέδριο του Βερολίνου περιόρισε τη Βουλγαρία στο 1/3 της αρχικής έκτασης. Έτσι, αποδυναμώθηκε ο πανσλαβικός σχεδιασμός, ενισχύθηκε η ανάγκη για ισορροπία στα Βαλκάνια, και άνοιξε τον δρόμο για ελληνικές διεκδικήσεις.
     Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναζήτησαν «αντιστάθμισμα» υπέρ της Ελλάδας. Η Αυστροουγγαρία πήρε τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, η Βρετανία την Κύπρο. Για να διατηρηθεί η ισορροπία, οι Δυνάμεις συμφώνησαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να λάβει κάποια εδαφική αποζημίωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Θεσσαλία και η Άρτα θεωρήθηκαν οι πιο «λογικές» περιοχές.
     Το Συνέδριο ζήτησε επίσημα διαπραγματεύσεις Ελλάδας-Οθωμανών. Οι Δυνάμεις αποφάσισαν ότι η Ελλάδα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις για τα σύνορα. Αυτό οδήγησε στη Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης και τελικά στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (1881), με την οποία η Θεσσαλία και η Άρτα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.
   Η Ελλάδα κέρδισε διπλωματικά, όχι στρατιωτικά. Το Συνέδριο του Βερολίνου έδειξε ότι η Ελλάδα μπορούσε να πετύχει εδαφικά κέρδη χωρίς πόλεμο, αρκεί να ευθυγραμμιζόταν με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Αυτό ενίσχυσε την ελληνική διπλωματική στρατηγική και οδήγησε στην επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων το 1881.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Συνθήκη της Λωζάννης, 1927

Η Συνθήκη υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923 στη Λωζάννη της Ελβετίας (Treaty of Lausanne 1923στην οποία συμμετείχαν: Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ελλάδα, Ρουμανία, Βασίλειο Σέρβων–Κροατών–Σλοβένων. Αυτή η διεθνής συμφωνία καθόρισε τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας όπως τα διαμόρφωσε ο πόλεμος ανεξαρτησίας της. Αντικατέστησε τη Συνθήκη των Σεβρών, η οποία δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Αναγνώρισε την κυριαρχία της Τουρκίας (η οποία παραιτήθηκε από κάθε διεκδίκηση στις πρώην αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Ρύθμισε εδαφικά ζητήματα με Ελλάδα και άλλες χώρες (π.χ., οι προβλέψεις για Αρμενία και για Κουρδιστάν εξαφανίστηκαν στη Λωζάννη). Καθόρισε το καθεστώς των Στενών, αναγνώρισε ρητά την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

 Ρυθμίσεις
Ελλάδα: Η Τουρκία αναγνώρισε την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου (πλην Ίμβρου, Τενέδου και Λαγουσών). Η Ελλάδα αναγνώρισε την τουρκική κυριαρχία και επέστρεψε στην Τουρκία την Ανατολική Θράκη και τη Σμύρνη (τις οποίες κατείχε σύμφωνα με τη Συνθήκη των Σεβρών). Προηγήθηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών (ελληνορθόδοξοι-μουσουλμάνοι), η οποία ρυθμίστηκε με ξεχωριστή συμφωνία. Καθορίστηκε η η ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο και η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Συνθήκη της Αδριανούπολης, 1829

Η “μάχη” της Αδριανούπολης το 1829 ήταν στρατηγική νίκη χωρίς αιματοχυσία, αλλά με τεράστιες γεωπολιτικές συνέπειες.
        
    Η 'μάχη' αποτέλεσε το τελικό στρατηγικό γεγονός του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1828-1829), το τέλος του οποίου οδήγησε στην υπογραφή της Συνθήκης της Αδριανούπολης. Υπογράφηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 μεταξύ Ρωσικής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που είχε καθοριστική σημασία για την ανεξαρτησία της Ελλάδας και τη διεθνή αναγνώρισή της ως κράτους, για την αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ενίσχυση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια.
     Ο πόλεμος ξεκίνησε το 1828, όταν ο αδελφός του Αλέξανδρου Α΄, τσάρος Νικόλαος Α΄ (1894-1917), εκμεταλλευόμενος την αποδυνάμωση της Υψηλής Πύλης λόγω της Ελληνικής Επανάστασης και της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου (1827), επιτέθηκε στην Οθωμανική. Οι ρωσικές δυνάμεις, υπό τον στρατηγό Χανς Καρλ φον Ντίμπιτς (Hans Karl von Diebitsch-Sabalkanski), πέρασαν τον Δούναβη και κινήθηκαν προς τα Βαλκάνια. Στις 7/19 Αυγούστου 1829, ο ρωσικός στρατός έφτασε μπροστά στην Αδριανούπολη, χωρίς να συναντήσει ουσιαστική αντίσταση. Η προέλαση των Ρώσων και η απειλή εισβολής στην Κωνσταντινούπολη ανάγκασαν τον Σουλτάνο να υποχωρήσει.
        Αν και οι Ρώσοι οπισθοχώρησαν, λόγω της παρουσίας του αγγλικού και του γαλλικού στόλου για να υποστηρίξουν τους Οθωμανούς, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπό την πίεση κυρίως του ρώσου στρατάρχη Ντίμπιτς, έστειλε πληρεξούσιους για διαπραγματεύσεις. Τελικώς, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ (Mahmud II) συνθηκολόγησε στις 14 Σεπτεμβρίου 1829. Υπογράφηκε η Συνθήκη της Αδριανούπολης που επισφράγισε τη ρωσική νίκη, με αποτέλεσμα την αποδοχή από τον Σουλτάνο των 16 όρων, που έθεσε η Ρωσική Αυτοκρατορία.
 

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, 1881, προσάρτηση Θεσσαλίας και Άρτας στην Ελλάδα

Κατά την κυβερνητική περίοδο (1827-1831) του Ιωάννη Καποδίστρια, το κράτος λειτούργησε ως Ελληνική Πολιτεία. Το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας (Λονδίνο, 1830) και η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (1832) οριστικοποίησαν τα σύνορα του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικό κράτος (1830-1832) από τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, περιλαμβάνοντας την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα την Εύβοια, τις Κυκλάδες και τις Σποράδες. Τα σύνορα αυτά, που αναγνωρίστηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, άφηναν εκτός μεγάλο μέρος του Ελληνισμού.

Η Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης στις 28 Μαρτίου 1881 ήταν διμερής συνθήκη μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που επισφράγισε την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και της περιοχής της Άρτας (ανατολικά του Αράχθου) στο ελληνικό κράτος. Η Συνθήκη του 1881 επικυρώθηκε με τη Σύμβαση στις 2 Ιουλίου 1881, ορίζοντας τα νέα σύνορα, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας (εκτός της Ελασσόνας, αρχικά) και τού νομού Άρτας. Η συμφωνία αυτή είναι ιστορικής σημασίας, καθώς επέκτεινε σημαντικά τα ελληνικά σύνορα χωρίς πολεμική σύγκρουση.
            Η Ελλάδα πραγματοποίησε ένα μεγάλο εθνικό στόχο χάρη στην ελληνική διπλωματική κινητοποίηση (1878-1879). Πρωταγωνίστησαν ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης παράλληλα με τις ελληνικές πρεσβείες σε Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο. Επιδίωξη ήταν η στήριξη για χάραξη συνόρων, υπέρ της Ελλάδας, των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Γαλλία ήταν η μόνη Μεγάλη Δύναμη που στήριξε σταθερά την ελληνική διεκδίκηση της Θεσσαλίας, επειδή από τότε διεκδικούσε (και πέτυχε, τελικώς) το αποκλειστικό δικαίωμα ανασκαφής στους Δελφούς.


Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης στις 2 Ιουλίου 1881 
υπογράφηκε ανάμεσα στο Βασίλειο της Ελλάδος και την Οθωμανική Αυτοκρατορία που προέβλεπε τις εδαφικές παραχωρήσεις την Ελλάδα και ρύθμιζε ζητήματα σχετικά με την υπηκοότητα των κατοίκων, τα δικαιώματα των μουσουλμάνων γαιοκτημόνων, τις αποζημιώσεις και τις μεταβιβάσεις γης, την ομαλή μετάβαση της διοίκησης.

Διπλωματικές διαπραγματεύσεις 1878-1881
-Ιούνιος-Ιούλιος 1878, Συνέδριο του Βερολίνου. Το ελληνικό ζήτημα μπαίνει επίσημα στην ευρωπαϊκή διπλωματική ατζέντα. Συνέδριο του Βερολίνου, 1878
-1879-1880, πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων προς την Υψηλή Πύλη. Οι Δυνάμεις (κυρίως Γαλλία και Βρετανία) ζητούν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία να διαπραγματευτεί με την Ελλάδα. Η Πύλη δέχεται να συζητήσει, αλλά καθυστερεί συστηματικά. Η Ελλάδα ενισχύει τη θέση της με μνημόνια, χάρτες, στατιστικά πληθυσμών. Στη Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (1880) η Ελλάδα απέκτησε επίσημη διεθνή υποστήριξη για τη Θεσσαλία. Οι Δυνάμεις πρότειναν σύνορα που έφταναν μέχρι τον ποταμό Πηνειό ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία πρότεινε πολύ μικρότερη παραχώρηση.
-Τέλη 1880 - αρχές 1881 υπήρξε νέα ευρωπαϊκή πίεση. Η Γαλλία και η Βρετανία πίεζαν την Πύλη να αποδεχθεί τα σύνορα. Η Γερμανία του Μπίσμαρκ (
Otto Eduard Leopold von Bismarck, 1815-1898) κρατούσε ουδέτερη στάση ωστόσο δεν εμπόδιζε τη διαδικασία. Η δε Ρωσία, απορροφημένη από άλλα ζητήματα, δεν παρέμβαινε ουσιαστικά.
-2 Ιουλίου 1881, υπογραφή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και πρόκειται για την πρώτη μεγάλη εδαφική επέκταση της Ελλάδας μετά το 1830.

Η Σύμβαση αποτελείται από λίγα αλλά ουσιαστικά άρθρα, τα οποία ρυθμίζουν σύνορα, υπηκοότητα, γαιοκτησία, διοίκηση και δικαιώματα των κατοίκων.
Άρθρο 1. Καθορισμός των νέων συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα αποκτά τη Θεσσαλία (εκτός Ελασσόνας) και την περιοχή της Άρτας.
Άρθρο 2. Ρύθμιση της υπηκοότητας των κατοίκων των παραχωρούμενων περιοχών. Οι κάτοικοι μπορούν να επιλέξουν ελληνική ή οθωμανική υπηκοότητα, με προθεσμία για δήλωση.
Άρθρο 3. Δικαιώματα μουσουλμάνων γαιοκτημόνων. Διασφαλίζεται η ιδιοκτησία τους· μπορούν να παραμείνουν ή να πουλήσουν τις γαίες τους.
Άρθρο 4. Μεταβίβαση διοίκησης. Η Οθωμανική διοίκηση αποχωρεί· η Ελλάδα αναλαμβάνει πλήρη διοικητική εξουσία.
Άρθρο 5. Θρησκευτικά δικαιώματα μουσουλμάνων. Εγγυάται την ελεύθερη άσκηση της θρησκείας και τη διατήρηση βακουφικών περιουσιών.
Άρθρο 6. Ρύθμιση στρατιωτικών θεμάτων Αποχώρηση οθωμανικών στρατευμάτων και παράδοση φρουρίων.
Άρθρο 7. Οικονομικές και φορολογικές μεταβάσεις Προβλέπει μεταβατική περίοδο για φόρους, χρέη και διοικητικές υποχρεώσεις.
Άρθρο 8. Τελικές διατάξεις. Διασφαλίζει την εφαρμογή της Σύμβασης υπό την εποπτεία των Μεγάλων Δυνάμεων.