Το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας του 1930 ήταν μια ιστορική συμφωνία που υπέγραψαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Ισμέτ Ινονού στην Άγκυρα στις 30 Οκτωβρίου 1930, σηματοδοτώντας τη θεαματική εξομάλυνση των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας, μόλις 8 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922).
Η Συνθήκη της Λωζάννης (1923), είχε αφήσει σοβαρές εκκρεμότητες· όπως οι περιουσίες προσφύγων και «μη ανταλλάξιμων», οι οικονομικές αποζημιώσεις, τα ζητήματα εγκατάστασης και εμπορίου.
Οι διαπραγματεύσεις 1928–1930 οδήγησαν στη Συμφωνία της Άγκυρας (10 Ιουνίου 1930), που ρύθμισε τα οικονομικά θέματα και άνοιξε τον δρόμο για το Σύμφωνο Φιλίας, το οποίο πέτυχε:
Την οριστική διευθέτηση περιουσιακών ζητημάτων. Η Ελλάδα και η Τουρκία προχώρησαν σε αμοιβαίο συμψηφισμό των περιουσιών προσφύγων και μη-ανταλλάξιμων, με την Τουρκία να λαμβάνει το χρεωστικό υπόλοιπο και να επιστρέφει ακίνητα Ελλήνων της Πόλης.
Τη σταθεροποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η συμφωνία θεωρήθηκε «ιστορικός σταθμός» για δύο λαούς που είχαν συγκρουστεί επί αιώνες.
Τον περιορισμό εξοπλισμών. Το Πρωτόκολλο Ναυτικών Εξοπλισμών στόχευε σε ισορροπία στο Αιγαίο και αποφυγή κούρσας εξοπλισμών.
Την ελεύθερη μετακίνηση και εγκατάσταση. Οι υπήκοοι των δύο χωρών μπορούσαν να ταξιδεύουν και να εγκαθίστανται στο έδαφος της άλλης με συγκεκριμένους όρους.

