Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Νίκος Καββαδίας, αν και πώς εντάσσεται η ποίησή του στην περίοδο του Μεσοπολέμου (1919-1939)

Καββαδίας Νίκος, γεννήθηκε στη Μαντζουρία στις 11 Ιανουαρίου του 1910. Ήρθε με την οικογένειά του στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς το 1914 όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, και μετά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου το 1975 στην Αθήνα.

Πρόκειται για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις «ασύμμετρης» ένταξης ενός ποιητή σε μια λογοτεχνική περίοδο. Ο Καββαδίας γεννιέται και γράφει μέσα στον Μεσοπόλεμο, αλλά δεν μοιάζει σχεδόν με κανέναν από τους μεγάλους της γενιάς του. Και όμως, η σχέση του με την εποχή του είναι βαθιά, απλώς πλάγια, υπόγεια, αντισυμβατική. 

Ποίηση Νίκου Καββαδία και Μεσοπόλεμος
(Interwar period 1919-1939)

Η μεσοπολεμική ποίηση χαρακτηρίζεται από τον υπερρεαλισμό (εκπροσωπούν ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος), την υπαρξιακή αγωνία και την εσωτερικότητα (εκπροσωπεί ο Σεφέρης), την αναζήτηση ταυτότητας και μοντερνισμού. Ο Καββαδίας δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή, «Μαραμπού» το 1933. Βιολογικά και χρονολογικά είναι ποιητής του Μεσοπολέμου, ωστόσο δεν συμμετείχε στα μεγάλα μεσοπολεμικά καλλιτεχνικά ρεύματα.
    Ο Καββαδίας είναι ποιητής του περιθωρίου, κυριολεκτικά και μεταφορικά· δεν είναι υπερρεαλιστής, μοντερνιστής με την έννοια της Γενιάς του ’30· δεν είναι εσωτερικός, ούτε μεταφυσικός, δεν ασχολείται με τον ελληνοκεντρισμό. 
    Η θεματική του είναι αντι-μεσοπολεμική. Όταν οι ποιητές του Μεσοπολέμου αναμετρώνται με την οικονομικο-κοινωνική μεταπολεμική κρίση της Ευρώπης, αναστοχάζονται τη λογοτεχνική παράδοση, πειραματίζονται με νέες μορφές, ο Καββαδίας γράφει για λιμάνια, ναυτικούς, ταξίδια, εξωτικά τοπία, περιθωριακούς ανθρώπους, για τη μοναξιά της θάλασσας. Η ποίησή του μοιάζει να έρχεται από κάποιον παράλληλο κόσμο, έξω από την ιστορική αγωνία της εποχής. Παρ' όλα αυτά η αίσθηση του «ξένου» τον συνδέει με το μεσοπολεμικό βίωμα, και έτσι εντάσσονται ουσιαστικά τα ποιήματά του στην εποχή του Μεσοπολέμου, εποχή αποξένωσης, αβεβαιότητας, διάλυσης των σταθερών αξιών, περιπλάνησης, υπαρξιακής μοναξιάς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μάνα σου κανεὶς δὲν σὲ θυμᾶται, σὲ τοῦτο τὸ τρομακτικὸ ταξίδι τοῦ χαμοῦ, «Θεσσαλονίκη».

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1919) στην Ελλάδα επικράτησε πολιτική αστάθεια (πραξικοπήματα, βραχύβιες κυβερνήσεις), οικονομικό πρόβλημα που επιβάρυνε το προσφυγικό ζήτημα, κοινωνική αναταραχή, φτώχεια και άνοδος του εργατικού κινήματος παράλληλα με εκσυγχρονισμό και  ανάγκη καλλιτεχνικής ανανέωσης. Ο Καββαδίας εκφράζεται σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον με 'εργαλεία' τη βιογραφία και τις εικόνες. Η θάλασσα γίνεται το δικό του υπαρξιακό τοπίο. Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων. Ο ναυτικός γίνεται ο απομονωμένος, ο πρόσφυγας, ο ταλαιπωρημένος. Το ταξίδι γίνεται η δική του μορφή υπαρξιακής περιπλάνησης. Έτσι, ενώ το ύφος της ποίησής του δεν μοιάζει με αυτό των μοντέρνων Ελλήνων ποιητών, μοιράζεται, ωστόσο, το ίδιο υπόγειο αίσθημα της εποχής.
    Στον Μεσοπόλεμο η γλώσσα αναζητά νέες μορφές έκφρασης. Ο Καββαδίας προσφέρει δική του ιδιότυπη μορφή μοντερνισμού διατηρώντας τη δημοτική γλώσσα και τον ομοιοκατάληκτο στίχο. Η ποιητική γλώσσα είναι υβριδική, διεθνής, αντι-ακαδημαϊκή. Με κοφτές φράσεις, ναυτική ορολογία, ξένες λέξεις, ρυθμό που θυμίζει τραγούδι ή προφορικότητα δημιουργεί ρεαλιστικές ‒όχι υπερρεαλιστικές‒ εικόνες.
 
«Ένα μαχαίρι»
Θυμᾶμαι, ὡς τώρα νἀ ῾τανε, τὸν γέρο παλαιοπώλη,
ὅπου ἐμοίαζε μὲ μίαν παλιὰ ἐλαιογραφία τοῦ Γκόγια,
ὀρθὸν πλάι σὲ μακριὰ σπαθιὰ καὶ σὲ στολὲς σχισμένες,
νὰ λέει μὲ μία βραχνὴ φωνὴ τὰ παρακάτου λόγια.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Γενιά του '30

Η Γενιά του ’30 δεν γεννήθηκε στο κενό. Είναι παιδί του Μεσοπολέμου, μιας εποχής γεμάτης ρήξεις, αβεβαιότητας και αναζήτησης νέων εκφραστικών τρόπων. Η ποίηση και η πεζογραφία τους δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς το ιστορικό υπόβαθρο που τους διαμόρφωσε. Ο Μεσοπόλεμος (1919-1939) είναι περίοδος οικονομικής κατάρρευσης, πολιτικής αστάθειας, κοινωνικής αποξένωσης, αμφισβήτησης των παλιών βεβαιοτήτων.

Οι νέοι Έλληνες λογοτέχνες βλέπουν ότι ο παλιός Ρομαντισμός και ο παλιός Παρνασσισμός δεν μπορούν να εκφράσουν τον νέο κόσμο. Χρειάζεται νέα γλώσσα, νέα μορφή, νέα θέαση. Απαιτήσεις που στρέφουν τη σκέψη προς τον Μοντερνισμό
        Η Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 δεν νοείται ως ένα ακόμα ιστορικό γεγονός, μετουσιώνεται σε υπαρξιακό τραύμα. Η απώλεια του ελληνισμού της Ανατολής, ο ερχομός 1,2 εκατομμυρίων κακοποιημένων προσφύγων, φτωχών και πλούσιων, επαγγελματιών και καλλιτεχνών συνταράσουν την Ελλάδα· την μεταμορφώνουν εμπλουτίζοντας την κοινωνικά και πολιτισμικά στον ίδιο χρόνο που την επιβαρύνουν οικονομικά. Στο πλαίσιο της real politik  η αίσθηση της «Μεγάλης Ιδέας» καταρρέει. Η Γενιά του ’30 μεγαλώνει, δρα, σκέφτεται σε αυτό το περιβάλλον. Η ποίησή της εκφράζει τη νοσταλγία, την απώλεια, αναζητά νέα εθνική ταυτότητα. Σεφέρης, Ελύτης, Θεοτοκάς  ‒όλοι κουβαλούν αυτό το χρέος.
        Η παλιά εθνική αφήγηση έχει καταρρεύσει. Η Γενιά του ’30 αναζητά νέα αφήγημα περί της ελληνικότητας, δεν ικανοποιεί η φολκλορική έκφραση ούτε η αρχαιολατρική. Ψάχνει το φως, τη γη, τον μύθο, την καθημερινότητα, το Αιγαίο. Η ελληνικότητα γίνεται βίωμα, όχι ιδεολόγημα. Ο Σεφέρης ανανοηματοδοτεί την περιπλάνηση του Οδυσσέα ως περιπλάνηση του σύγχρονου εξόριστου, πρόσφυγα. Ο Ελύτης για το Αιγαίο ως υπαρξιακό τοπίο. Ο Θεοτοκάς για την ανάγκη ανανέωσης.    
      Η κρίση στη μεσοπολεμική Ευρώπη παράγει νέα ρεύματα:  υπερρεαλισμός, εξπρεσιονισμός, μοντερνισμός με κύριους εκφραστές τον Έλιοτ,  τον Πάουντ, τον Τζόυς, τον Προυστ, τον Λόρκα. Η διεθνής πρωτοπορία φτάνει στην Ελλάδα μέσω των Ελλήνων λογοτεχνών που ταξιδεύουν, διαβάζουν, μεταφράζουν. Ανακαλύπτουν ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι θραυσματική, υπαινικτική, συμβολική, εσωτερική. Ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος φέρνουν τον υπερρεαλισμό.  Ο Σεφέρης φέρνει τον έμμεσο, στοχαστικό μοντερνισμό, Ο Ελύτης τον μεταμορφώνει σε ελληνικό φως. Ο Ελύτης και ο Σεφέρης γίνονται σημεία αναφοράς για το πώς η Ελλάδα μπορεί να μιλήσει μοντέρνα χωρίς να χάσει τον εαυτό της.
      Η κοινωνική και πολιτική αστάθεια στη χώρα γεννά εσωτερικότητα. Πραξικοπήματα, δικτατορίες, διχασμός, φτώχεια. Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου είναι μια χώρα σε διαρκή κρίση. Οι ποιητές στρέφονται προς την εσωτερικότητα, προς τον μύθο, προς τον συμβολισμό, προς την υπαινικτικότητα. Η ποίηση γίνεται τρόπος να μιλήσουν για την εποχή χωρίς να την κατονομάζουν. Μετά τον Σεφέρη, ο Έλληνας ποιητής δεν είναι απλώς τεχνίτης του στίχου είναι στοχαστής, μάρτυρας της εποχής, φορέας ιστορικής μνήμης. Η Γενιά του ’30 δεν ήταν μόνο ποιητική. Οι πεζογράφοι ‒όπως ο Θεοτοκάς, ο Μυριβήλης, ο Βενέζης‒ άνοιξαν τον δρόμο για ψυχογραφική αφήγηση, μοντέρνα δομή, εσωτερικό μονόλογο, τη θεματική της μνήμης και του τραύματος.

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Ποιητής Καλλίμαχος και ρήτορας Δίων - Αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλολογία

Bαθμός 9


φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη για το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ΕΛΠ 21



Εισαγωγή
Κατά την Ελληνιστική περίοδο (323 π.Χ.-31 π.Χ.) η δημιουργία βασιλείων είχε ως συνέπεια οι πόλεις-κράτη να χάσουν την αυτονομία τους. Kαθώς οι πολιτειακοί θεσμοί λειτουργούσαν τυπικά το άτομο έχασε τον πολιτικό του ρόλο και η συνυφασμένη με την άμεση δημοκρατία ρητορική έχασε τη δυναμική της.  Η αγάπη για τη γνώση (φιλοσοφία), η αναζήτηση αιώνιων αρχών (χαρακτηριστικό της Κλασικής περιόδου) υποχώρησε προς χάρη της αναζήτησης της προσωπικής ευδαιμονίας.[1] Η λογιοσύνη και η έρευνα της αρχαίας λογοτεχνίας ευνόησαν τη φιλολογία.[2] Οι λόγιοι επέλεγαν είτε τον λιτό αττικισμό είτε τον περίτεχνο ασιανισμό –αντί της Κοινής γλώσσας. Ο αλεξανδρινός Καλλίμαχος (320-240 π.Χ.), με έργο του οποίου θα ασχοληθούμε στην πρώτη ενότητα, που θεωρείται ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ελληνιστικής διανόησης έγραφε στην αττική διάλεκτο. Με το πλούσιο συγγραφικό του έργο αποτέλεσμα της πολύχρονης μελέτης της λογοτεχνικής παράδοσης αλλά και με τα νεωτεριστικά στοιχεία που εισήγαγε επηρέασε τη φιλολογία όχι μόνον της εποχής του αλλά και τη μεταγενέστερη.[3]
Στην παγκόσμια ρωμαϊκή αυτοκρατορία η εξαφάνιση των πόλεων-κρατών ολοκληρώθηκε. Στους λεγόμενους Αυτοκρατορικούς χρόνους (31 π.Χ.-330 μ.Χ.) πόλεις με αίγλη όπως η κλασική Αθήνα, η ελληνιστική Αλεξάνδρεια μετατράπηκαν σε επαρχίες. Στις νέες αυτές συνθήκες το άτομο έχασε εντελώς τον πολιτικό του ρόλο. Και ενώ η επίδειξη πλούτου, η υπερβολή χαρακτήριζε την εύπορη τάξη η κατώτερη ζούσε στην ένδεια. Επιπλέον, οι βραχύβιες ρωμαϊκές δυναστείες και οι συχνοί εμφύλιοι πόλεμοι των δυναστειών οδηγούσαν το άτομο σε αβεβαιότητα αλλά και σε απογοήτευση αναφορικά με τα εγκόσμια. Λύτρωση σε αγωνιώδη ερωτήματα που γεννούσε η εσωστρέφεια επεδίωξαν να δώσουν διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, όπως ο Κυνισμός, ο Στωισμός, κ.ά. Στη δεύτερη ενότητα θα ασχοληθούμε με τον Ευβοϊκό του Δίωνα Χρυσόστομου (40 μ.Χ.-120 μ.Χ.), ο οποίος  καταγόταν από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας και είναι ένας από τους σημαντικότερους ρήτορες των Αυτοκρατορικών χρόνων.[4]

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Αρχαϊκή ποίηση, 8ος-μέσα 5ου αιώνα π.Χ., ΕΛΠ 21

Ο Απόλλων και η λύρα του
Bαθμός 9,3







Φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη για το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο 
Αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλολογία, ΕΛΠ 21










ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

Η ποίηση -επική και λυρική- είναι είδος της λογοτεχνίας.[1] Τα έπη αφηγούνται ηρωικές πράξεις ανθρώπων και δράσεις θεών. Οι ήρωες  κερδίζουν τον απεριόριστο θαυμασμό και γίνονται πρότυπα προς μίμηση. Η απαγγελία ποιημάτων γινόταν από τους ραψωδούς σε θρησκευτικές εορτές, που περιλάμβαναν μουσικούς και αθλητικούς αγώνες. Στην πρώτη ενότητα θα ασχοληθούμε με το απόσπασμα (ραψωδία μ, 153-200 στ.) από την ομηρική Οδύσσεια, που πιθανολογείται ότι γράφτηκε τον 7ο αι. π.Χ. Το έπος που ανήκει στον κύκλο Νόστος περιγράφει τις περιπέτειες του Οδυσσέα και τον διακαή πόθο για επιστροφή στην πατρίδα.[2]
Κατηγορίες της λυρικής ποίησης είναι η μελική και η χορική. Η μελική ποίηση εκφράζει προσωπικά συναισθημάτα, απόψεις, εμπειρίες και στοχεύει στην αισθητική απόλαυση. Η θεματολογία της μελικής ποίησης είναι απλή, αντλείται από καθημερινές δράσεις ανθρώπων∙ ωστόσο η ηρωική δράση, ως ένθετη διήγηση, δεν εξαφανίζεται. Ο ποιητής εκτελεί μόνος το έργο του (εξού και όρος μονωδία) με τη συνοδεία λύρας. Καθώς ο ποιητής εκμυστηρευόταν προσωπικές εμπειρίες το κοινό ήταν σαφώς μικρότερο.
            Με τη μονωδία της Σαπφώς και με το Απόσπασμα 1, 36-77, Παρθένειο του Αλκμάνα, θα ασχοληθούμε στη δεύτερη ενότητα. Η Σαπφώ ήταν μέλος της  αριστοκρατικής τάξης και έγραφε στην αιολική διάλεκτο της Λέσβου. Στη Σπάρτη γεννήθηκε η χορική ποίηση -χορός των γυναικών σε δημόσια θέα. Στη χορική ποίηση, ο ποιητής ήταν και συνθέτης, χορογράφος, και συνήθως συνόδευε τον χορό με την κιθάρα του. Ο Αλκμάνας, έγραψε χορικά ποιήματα στο «λακωνικό ιδίωμα».[3]
            Στην ίδια ενότητα θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε την άποψη των αρχαίων Ελλήνων για την ωραιότητα. Στην εννοιολογική ελληνική γλώσσα, η λέξη «ωραίο» προέρχεται από τη λέξη «ώρα», και σημαίνει αυτό που καρπίζει-εκδηλώνεται στην κατάλληλη εποχή, στον καιρό του. Οι αρχαίοι Έλληνες την ωραιότητα την απέδιδαν με τις λέξεις καλός, άριστος -αυτοί/ές που βρίσκονταν σε αρμονία με τις αξίες και τα πρότυπα της κοινωνίας.

1. ΕΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ-ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

Άσμα Ασμάτων, Σολομών - 10ος ή 40ς π.Χ.

Το ρόδι με τη 'βασιλική κορόνα' είναι σύμβολο Αγάπης: 
αφθονία («α» στερητικό + «φθόνος»), 
καλοτυχία, ευημερία, ευκαρπία 
αλλά και αναγέννηση, ερωτικός πόθος.
 Έμβλημα της Αφροδίτης, Περσεφόνης, Ήρας, κ.ά.


Κραταιά ως θάνατος αγάπη



«Άσμα Ασμάτων».  
Το εβραϊκό υπέροχο ποίημα περιλαμβάνεται στην 'Παλαιά Διαθήκη'.








Το έργο ειδικότερα περιγράφει τον πόθο δύο αποχωρισμένων εραστών και την επανένωσή τους παρά τα εμπόδια που παρεμβάλλονται

👉Μεταγραφή: Γιώργος Σεφέρης

 [4,2] Εγώ κοιμούμαι κι η καρδιά μου ξαγρυπνά.
Φωνή του αγαπημένου· χτυπά την πόρτα.
-«άνοιξε, αδερφή μου, ταίρι μου,
περιστέρα μου, πανέμνοστή μου,
τι το κεφάλι μου το νότισε η δροσιά
και τους βοστρύχους μου τ᾽ αγιάζι της νυχτός».
[3] -«Γδύθηκα το χιτώνα μου, πώς να τον φορέσω;
Ένιψα τα πόδια μου, πώς να τα λερώσω;»
[4] Έσυρε το χέρι του ο αγαπημένος στης κλειδωνιάς το μάτι
και θροήθηκαν τα σπλάχνα μου γι᾽ αυτόν.
[5] Σηκώθηκα ν᾽ ανοίξω στον αγαπημένο μου·
έσταξε σμύρνα από τα χέρια μου,
τα δάχτυλά μου γέμισαν σμύρνα
σαν άγγιξα το μάνταλο της κλειδωνιάς.
[6] Άνοιξα στον αγαπημένο μου·
ο αγαπημένος είχε περάσει·
βγήκε η ψυχή μου ακολουθώντας τον·
τονε ζήτησα και δεν τον βρήκα,
τονε φώναξα, δε μ᾽ άκουσε.
[7] Μ᾽ ήβραν οι φύλακες
που τριγυρνούν στην πολιτεία,
με χτύπησαν, με πλήγωσαν,
πήραν τη μαντίλα μου από πάνω μου
αυτοί που φυλάγουν τα τείχη.
[8] Σας εξορκίζω, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ,
στις δύναμες και στις ορμές του αγρού
α βρείτε τον αγαπημένο μου τι θα του πείτε;
Πως είμαι λαβωμένη της αγάπης.
Ο ΧΟΡΟΣ
[9] Μα τι έχει ο αγαπημένος σου, πάνω απ᾽ τους άλλους,
συ πεντάμορφη;
Μα τι έχει ο αγαπημένος σου πάνω απ᾽ τους άλλους
για να μας εξορκίζεις τόσο;
Η ΝΥΦΗ
[10] Ο αγαπημένος μου λάμπει και ροδίζει,4
διαλεχτός στους μύριους·
[11] το κεφάλι του είναι λαγαρό χρυσάφι
βάγια οι βόστρυχοί του
μαύροι σαν κοράκι.
[12] Τα μάτια του είναι περιστέρια
στα νερά στ᾽ αυλάκια,
λούζουνται στο γάλα
κάθουνται στις γούρνες.
[13] Τα μάγουλά του είναι βραγιές μυριστικά
θήκες αρωμάτων·
τα χείλια του είναι κρίνα
και σταλάζουν σμύρνα·
[14] τα χέρια του είναι μάλαμα βραχιόλια
χρυσόλιθους γεμάτα·
είναι φίλντισι η κοιλιά του
με ψηφιά ζαφείρια·
[15] τα πόδια του είναι μάρμαρο κολόνες
με χρυσά θεμέλια.
Η όψη του είναι σαν το Λίβανο,
διαλεχτή σαν το κέδρο·
[16] τα λόγια του είναι γλυκασμός
κι ολόκληρος είναι επιθυμία.
Αυτός είναι ο αγαπημένος μου
κι αυτός το ταίρι μου,
θυγατέρες της Ιερουσαλήμ.
Ο ΧΟΡΟΣ
[6,5] Ποια είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθισμένη
ακουμπώντας στον αγαπημένο της;
Ο ΑΝΤΡΑΣ
Κάτω απ᾽ τη μηλιά σε ξύπνησα
εκεί που η μάνα σου σε γέννησε,
εκεί που πόνεσε και σε γέννησε.
Η ΝΥΦΗ
[6] Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου,
ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου·
είναι δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο
και σκληρός ο πόθος σαν τον άδη·
οι σπίθες της είναι σπίθες της φωτιάς,
φλόγα του Θεού.
[7] Νερά ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την αγάπη.


Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Ο ύμνος της αγάπης, του απόστολου Παύλου

Μεγάλο Σάββατο, 11 Απριλίου 2015


Απόδοση στη Νεοελληνική γλώσσα



Ακόμα κι αν ήξερα να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, χωρίς να έχω αγάπη, θα είχα γίνει σαν ένας άψυχος χαλκός που βουίζει ή σαν κύμβαλο που ξεκουφαίνει με τους κρότους του.
Κι αν είχα το χάρισμα να προφητεύω και να γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, κι αν είχα όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ τα βουνά, αλλά δεν είχα αγάπη, τότε δεν θα ήμουν τίποτε απολύτως.
Και αν πουλήσω όλη την περιουσία μου για να χορτάσω με ψωμί όλους τους φτωχούς, και αν παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά αγάπη δεν έχω, τότε σε τίποτε δεν ωφελούμαι.
Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν καυχιέται, δεν είναι περήφανη, δε φέρεται άσχημα, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν κυριεύεται από θυμό, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρεται, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει.
Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει.

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Ιδέες, αξίες που πραγματεύονται τα έπη του Ομήρου

Η Ιλιάδα και Οδύσσεια (Homer, Iliad, Odyssey) είτε είναι έργο ενός ποιητή με το όνομα Όμηρος είτε είναι αποτέλεσμα μακράς συλλογικής παράδοσης, η οποία παίρνει οριστική μορφή τον 6ο αι. π.Χ., δεν εκτιμώνται από τον σύγχρονο κόσμο ως απλές αφηγήσεις ηρώων και θεών. Πρόκειται για κείμενα που διαμόρφωσαν τον αξιακό κόσμο της αρχαίας Ελλάδας και εξακολουθούν να επηρεάζουν τον Δυτικό πολιτισμό. Οι ιδέες και οι αξίες που πραγματεύονται είναι βαθιές, πολυεπίπεδες και συχνά αντιφατικές, οι οποίες προσδίδουν ζωντάνια στα έργα και προκαλούν θαυμασμό διαχρονικά.

Ηρωικό ιδεώδες (αρετή-κλέος). Στον πυρήνα των ομηρικών επών βρίσκεται η αρετή (ανδρεία, ικανότητα, τιμή) και το κλέος, δηλαδή η δόξα που μένει μετά τον θάνατο του ανθρώπου. Ο ήρωας επιδιώκει να ξεχωρίσει, να τιμηθεί, να 'αφήσει' όνομα. Ο Αχιλλέας είναι το απόλυτο παράδειγμα: προτιμά σύντομη ζωή με δόξα παρά μακρά χωρίς τιμή.

Τιμή και ντροπή (τιμή-αιδώς). Οι οποίες εντοπίζονται ξεκάθαρα στην Ιλιάδα. Η κοινωνία στους τότε χρόνους λειτουργεί με βάση την τιμή. Η απώλειά της οδηγεί σε σύγκρουση· παράδειγμα ο Αγαμέμνονας προκάλεσε τη μήνιν του Αχιλλέα όταν του έκλεψε' τη Βρισηίδα-λάφυρο πολέμου. Η αιδώς (ντροπή, σεβασμός) λειτουργεί ως ηθικό εμπόδιο ‒ο Έκτορας ντρέπεται να φανεί δειλός μπροστά στους Τρώες.

Μοίρα και θεϊκή παρέμβαση. Τα ομηρικά έπη ανιχνεύουν τη σχέση 'ανθρώπου-μοίρας-θεών'. Οι θεοί, με ανθρώπινες ιδιότητες (ανθρωπομορφισμός), επεμβαίνουν και επηρεάζουν τις εξελίξεις, αλλά ο άνθρωπος έχει ευθύνη για τις πράξεις του. Η μοίρα είναι ισχυρή, αλλά όχι απόλυτη. Άλλωστε, ο Οδυσσέας σώζεται και χάρη στην εξυπνάδα του -συν Αθηνά και χείρα κίνει. Και στα δύο έπη ιχνηλατείται η διάθεση των Ελλήνων να αναλάβουν την πορεία της ζωής τους, πορεία που οδήγησε σταδιακά στη μεταγενέστερη δημιουργία της δημοκρατίας, η οποία στηρίζεται στην έννοια πολίτης και στη συμμετοχή του στα κοινά θέματα της πόλης.

Ξενία, φιλοξενία, Ξένιος Δίας. Η φιλοξενία είναι ιερή αξία. Στην Οδύσσεια διαβάζουμε για τους καλούς ξένους (Φαίακες, Εύμαιος) και για τους κακούς ξένους (μνηστήρες, Κύκλωπας). Η παραβίαση της ξενίας τιμωρείται αυστηρά.

Οικογένεια και οικιακή τάξη. Η Οδύσσεια υμνεί τη συζυγική πίστη (σύζυγος Πηνελόπη), την πατρική αγάπη (Οδυσσέας πατέρας-Τηλέμαχος γιος), την αξία της επιστροφής στην πατρίδα (η νόστος). Η οικογένεια είναι το κέντρο της ανθρώπινης ζωής.

Σοφία, εξυπνάδα, πολύτροπος νους. Ο Οδυσσέας ενσαρκώνει τον πολυμήχανο νου. Η εξυπνάδα θεωρείται εξίσου σημαντική με τη δύναμη. Η Οδύσσεια προβάλλει την ιδέα ότι ο άνθρωπος επιβιώνει όχι μόνο με όπλα· απαραίτητα εφόδια είναι η χρήση του λόγου και η στρατηγική αυτοσυγκράτηση.

Πόλεμος και ειρήνη. Η Ιλιάδα δεν εξυμνεί τον πόλεμο, αντιθέτως τον παρουσιάζει με ρεαλισμό ‒προκαλεί πόνο, θάνατο, απώλεια, ματαιότητα. Η σκηνή του Πριάμου και του Αχιλλέα δείχνει ότι η ανθρωπιά μπορεί να υπάρξει ακόμη και σε περιόδους βίας.

Ανθρώπινη ευθραυστότητα. Παρά τη θεϊκή παρουσία, τα έπη είναι βαθιά ανθρώπινα. Οι ήρωες φοβούνται, θυμώνουν, κάνουν λάθη, κλαίνε και μέσω εσωτερικών συγκρούσεων αναδεικνύεται η ψυχική δύναμή τους. Η Ιλιάδα αρχίζει με τη λέξη μήνιν και το θέμα του έπους των 16.000 περίπου στίχων είναι η οργή των ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά στο πολεμικό αυτό έργο ο Αχιλλέας αισθάνεται οίκτο και νιώθει τον πόνο του Πρίαμου για τον χαμό του γιου του, του Έκτορα. Ο Όμηρος θεωρεί ότι η αληθινή δύναμη βρίσκεται στην αναγνώριση της ανθρώπινης φύσης.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Γάτα ή Σκύλος

🐈
Γάτα, 
η «κάτια» στο Βυζάντιο, η «γαλή» στην αρχαία Ελληνική γλώσσα
 
λατρεύει την ανεξαρτησία, την καθαριότητα, 
τα χάδια, τις αγκαλιές, ζηλεύει φρικτά


Οι γάτες "συγκατοικούν" στη Γη με τους ανθρώπους για περίπου 9.000 χρόνια. Αρκετοί λαοί όπως οι Κέλτες, Έλληνες, Κινέζοι, Ιάπωνες, Άραβες θεωρούσαν τη γάτα ιερό ζώο, μάλιστα στην Αίγυπτο λάτρευαν τη θεά Μπαστ (με γατίσια χαρακτηριστικά) και στην Ινδία τη Σάσθτ. 
    Κατά τον Μεσαίωνα, το δυτικό θρησκευτικό ιερατείο έκαιγε: τη μάγισσα, τη σκούπα της, και τη γάτα της, θεωρώντας ότι το ζώο ήταν συνεργάτης της ή σε κάποιες περιπτώσεις η ίδια… η μάγισσα.

👉Βιβλίο «Η γάτα μέσα μας», του Μπάροουζ (William S. Burroughs)

* Η άσπρη γάτα συμβολίζει το ασημένιο φεγγάρι που τρυπώνει στις γωνιές και καθαρίζει τον ουρανό για τη μέρα που έρχεται. Η άσπρη γάτα είναι ο «καθαριστής», ή το ζώο που καθαρίζει τον εαυτό του». Είναι αυτό που περιγράφει η σανσκριτική λέξη Mangaras, που σημαίνει «ο ιχνηλάτης κυνηγός· ο ερευνητής· αυτός που αναζητά». Η άσπρη γάτα είναι ο κυνηγός και ο δολοφόνος, που του φωτίζει το δρόμο το ασημένιο φεγγάρι. Όλοι οι σκοτεινοί, κρυμμένοι τόποι και τα πλάσματα αποκαλύπτονται κάτω από αυτό το ανελέητα απαλό φως. Δεν μπορείς να διώξεις την άσπρη γάτα σου, γιατί ή άσπρη γάτα σου, είσαι εσύ. Δεν μπορεί να κρυφτείς από την άσπρη γάτα σου, γιατί η άσπρη γάτα σου, κρύβεται μέσα σου

Οι ηγέτες/δυνάστες/στρατηλάτες όπως Μ. Αλέξανδρος, Μ. Ναπολέων, Στάλιν, Χίτλερ μισούσαν τις γάτες και συμπαθούσαν τα σκυλιά.
Την εποχή της παντοδυναμίας του Χίτλερ, μάλιστα, για να μυηθεί ένας Ναζί στις ανώτερες βαθμίδες των SS,  έπρεπε να βγάλει το μάτι μιας κατοικίδιας γάτας, που την είχε ταΐσει και φροντίσει για ένα μήνα. Στόχος αυτής της άσκησης ήταν να εξαλείψει κάθε ίχνος του δηλητηρίου που λέγεται οίκτος και να διαμορφώσει έναν ολοκληρωμένο Übermensch [Υπεράνθρωπος].

🐕

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

'Εχει κι ο φτωχός πουλί, Οδυσσέας Ελύτης, 1996


Οδυσσέας Ελύτης (2 Noεμ. 1911-18 Μαρτ. 1996),
από την ποιητική συλλογή ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ

Να ’χεις στόλους και βαπόρια
και πλεούμενα πελώρια
Με το δένε και το λύνε
λίγο βέβαια δεν είναι
Όμως της ζωής το αλάτι
βρίσκεται μες στο κρεβάτι
Μια μονάχα μες στις δέκα
να ’ναι αληθινή γυναίκα
Και τα τέτοια δεν τα θέλει
Κύριε Γιώργο κύριε Τέλη
Μάθετέ το είναι καιρός
ίδια τα ’δωκε ο Θεός
Τι λιγάκι τι πολύ
έχει κι ο φτωχός πουλί