Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

Συνθήκη της Γάνδης, Χριστούγεννα του 1814











Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, του Νίκου Τσιφόρου (1979)











[...]
Ο Τζων Κουίνσυ Άνταμς, ένας πουριτανός θεοσεβούμενος και φανατικός χριστιανός, ήθελε να μπει ένας όρος να ψαρεύουν ελεύθερα οι Αμερικανοί στη Νέα Γη. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο. Το δικό του.
Ο Ερρίκος Κλαίυ, αυτός ο περίφημος Κλαίυ, ενδιαφερόταν μόνο για τον Μισσισιπή, για τη Νέα Γη δεν του καιγότανε καρφάκι.
Εκεί που συμφωνάγανε όλοι, ήτανε ένα: «Όχι αναγκαστική ναυτολογία». Και κείνο που επιμέναν οι Εγγλέζοι, ήταν αυτό: «Να μην καταργηθεί η αναγκαστική ναυτολογία».
Μύλος, λοιπόν, η δουλειά, κουβέντες του αέρα τόσα χρόνια, μέχρι που μπήκε στη μέση ο ίδιος ο Ρώσος αυτοκράτορας. Κι αυτός πάλι, όχι για καλό. Σου λέει, «έτσι και μπλέξει η Αγγλία στην Αμερική, θα μας αφήσει μόνους να τραβιόμαστε με τον Ναπολέοντα και δεν την έχουμε καλά».
Τέλος πάντων, το 1814 Άγγλοι και Αμερικάνοι ανταμώσανε στη Γάνδη. Πάλι κούφιες κουβέντες κι οι Εγγλέζοι που θέλανε να κερδίσουνε καιρό, τραινάρανε τη δουλειά.
Όταν κερδίσανε τον Ναπολέοντα οι Εγγλέζοι πιάσανε τον μεγάλο στρατηγό τους, τον Ουέλιγκτον.
-Δεν πάτε ελόγου σας εξοχώτατε, που κερδίσατε κοτζάμ Ναπολέοντα, στην Αμερική να τους κάνετε ντα;
-Τις Λίμνες τις έχουμε; ρώτησε ο Ουέλιγκτον.
-Όχι.
-Τότε θα μας κάνουνε ντα αυτοί.
-Και τι θα γίνει;
-Συμβιβάστε τα.
Τέλος πάντων. Χριστούγεννα του 1814 ήτανε (o Καρύδας τους έδειρε τον Γενάρη τους Άγγλους) υπογράψανε την ειρήνη. Φάγανε και πουτίγκες, φάγανε και ροσμπίφια, παίξανε και τους ύμνους τους, περάσανε μια χαρά τα πουλάκια μου.

«Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών», (1979), του Νίκου Τσιφόρου.

[...]
Το 1812, οι ΗΠΑ προσπάθησαν με πόλεμο να προσαρτήσουν στα εδάφη τους τις βρετανικές αποικίες του Καναδά. Ο πόλεμος έληξε χωρίς νικητές και ηττημένους με την Συνθήκη της Γάνδης τον Δεκέμβριο του 1814. (The Treaty of Ghent, signed on December 24, 1814, in Ghent, Belgium)

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Εφιαλτικά Χριστούγεννα, Αγκάθα Κρίστι

ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑτης Agatha Christie 

[...]
-Είναι Χριστούγεννα, οι ευλογημένες μέρες που πρέπει να βασιλεύει η ειρήνη και η συγγνώμη. Ο καθένας πρέπει ν’ αγαπά τον πλησίον του.
Ο Ηρακλής Πουαρό ακούμπησε στην πλάτη της πολυθρόνας του, σταύρωσε τα χέρια του και κοίταξε τον υπαστυνόμο συλλογισμένος.
HERCULE POIROT’S CHRISTMAS,
first published on 19 December 1938

-Πιστεύετε δηλαδή ότι τα Χριστούγεννα είναι μια περίοδος που δεν προσφέρεται για εγκλήματα.
-Μάλλον.
-Γιατί;
-Γιατί; Επανέλαβε ο Τζόνσον με κάποια αμηχανία. Μα… γιατί τέτοιες μέρες ποιος μπορεί νάχη στο μυαλό του σε τέτοιες απάνθρωπες πράξεις;
-Τι συναισθηματικοί άνθρωποι τελοσπάντων είστε εσείς οι Άγγλοι! αναφώναξε ο Πουαρό.

Ο Τζόνσον φάνηκε να πειράχτηκε λιγάκι.
-Τι το κακό βρίσκετε σ’ αυτό; Γιατί να μη διατηρούμε τις παλιές παραδόσεις και τα παλιά έθιμα;

-Αντιθέτως το βρίσκω χαριτωμένο. Μα ας εξετάσουμε τα γεγονότα. Λέτε ότι τα Χριστούγεννα είναι μια περίοδος γενικής χαράς και καλής καρδιάς. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος τρώει, έτσι δεν είναι; Και μάλιστα τρώει πολύ… περισσότερο από το συνηθισμένο. Η πολυφαγία όμως φέρνει και βαρυστομαχιά. Και η βαρυστομαχιά κάνει μερικούς ανθρώπους ευέξαπτους.
-Τα εγκλήματα, παρατήρησε ο Τζόνσον, δεν γίνονται από ευέξαπτους.
-Λέτε ακόμη ότι τα Χριστούγεννα ο κόσμος έχει την τάση της συγγνώμης. Πραγματικά. Όλοι περνούν σφουγγάρι πάνω στις παλιές διαφωνίες, δείχνονται συμφιλιωτικοί.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Αποφυλάκιση του Ανδρέα Παπανδρέου, παραμονή Χριστουγέννων 1967







Η Δημοκρατία στο απόσπασμα,  του Ανδρέα Παπανδρέου, 
Νοέμβρης 1974





















Δεν μ’ απέλυσαν ως τις 7 το βράδυ της επομένης, παραμονής Χριστουγέννων. Από την ώρα που άκουσα τα νέα μέχρι ν’ απολυθώ, υπέφερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε. 
Οι ώρες έμοιαζαν με αιωνιότητα. Καθώς περνούσαν οι ώρες, η αμφιβολία μου μεγάλωνε. Έβλεπα τώρα την απαίσια ασκήμια του Αβέρωφ σ’ όλο της το μέγεθος, γιατί τώρα πια δεν χρειάζονταν να το αποκρύψω από τον εαυτό μου. Δεν χρειαζόταν πια να ελέγχω τα συναισθήματά μου, να υποβληθώ στην αυστηρή αυτοπειθάρχηση που θα απαιτούσε η μακροχρόνια φυλάκιση που πίστευα πως με περίμενε. Η φρουρά μου, η χωροφυλακή, όλοι άλλαξαν εντελώς. Προσπάθησαν να μου φέρονται ευχάριστα.
[…]
Την Κυριακή, παραμονή των Χριστουγέννων, μ’ επισκέφθηκε πάλι η Μαργαρίτα. Είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί. Γιατί αργούσαν τόσο πολύ; Γιατί δεν έφθασε η Εφημερίδα της Κυβέρνησης; Συνέβη τίποτε;
Είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Από το παράθυρο του κελιού μπορούσα να δω πολλά γνωστά πρόσωπα που μαζεύθηκαν στο απέναντι πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας περιμένοντας την απόλυσή μου.
[…]
Αρκετοί φίλοι περίμεναν μπροστά στο σπίτι και δυο χωροφύλακες βημάτιζαν πάνω κάτω για να εξασφαλίσουν το αδιατάρακτο της «δημόσιας τάξης». Ο Γιώργος βγήκε από το σπίτι. Τον αγκάλιασα και περπατήσαμε μαζί τα σκαλιά ως την πόρτα. Η Μαργαρίτα, τα παιδιά και πολλοί φίλοι ήσαν εκεί για να με υποδεχθούν.
Την άλλη μέρα τα Χριστούγεννα κι ήταν για όλους μας μια χαρούμενη μέρα. Αλλά γρήγορα, γρηγορότερα απ’ ότι περίμενα, άρχισα να νιώθω το βάρος της δικτατορίας. Βέβαια, είχα ελευθερωθεί δεν ήμουν πια στον Αβέρωφ. Κι όμως όλοι μας, η Ελλάδα, κι εγώ σαν κομμάτι της, είμασταν σκλαβωμένοι. Το σπίτι μου δεν ήταν γεμάτο από πολιτικούς φίλους. Το τηλέφωνο δεν κτυπούσε. Κι ένας μοναχικός χωροφύλακας περπατούσε πάνω κάτω στο δρόμο μπροστά στο σπίτι μου.