Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Ανδρομάχη και Έκτορας, Ραψωδία Ζ 390-495



Ομήρου, Ιλιάδα

περί τον 8ο αι. π.Χ.



Και ως τ’ άκουσε επετάχθη ευθύς ο Έκτωρ απ’ το δώμα

πάλι στους δρόμους τους λαμπρούς που ’χε περάσει πρώτα,

κι έφθασε, την πολύχωρη περνώντας πολιτείαν,

στες Σκαιές πύλες. Στην στιγμήν που εκείνα εις το πεδίον,

με ορμήν εμπρός του επρόβαλεν η ασύγκριτη Ανδρομάχη,

πολύδωρη συμβία του και κόρη του γενναίου

Αετίωνος, που κάτωθεν της δενδρωμένης Πλάκου

της Θήβης εβασίλευε και των Κιλίκων όλων.

Του πολεμάρχου Έκτορος αυτή ’ταν η συμβία

που τότε τον απάντησε με την τροφόν σιμά της,

οπού βαστούσε το μικρό μονάκριβο παιδί της,

τον Εκτορίδην, όμοιον με εύμορφον αστέρα.

Σκαμάνδριον ο πατέρας του, Αστυάνακτα τα πλήθη

τον λέγαν, ότι έσωζε ο Έκτωρ την Τρωάδα.

Εκείνος χαμογέλασε κοιτώντας το παιδί του

ήσυχα. Κι απ’ το χέρι του πιασμένη η Ανδρομάχη

εδάκρυσε και του'λεγεν:

 Οϊμέ! Θα σ’ αφανίση τούτη σου η τόλμη, ω τρομερέ.

Και το βρέφος δεν λυπείσαι

τούτο κι εμέ την άμοιρην που χήρα σου θα γίνω

γρήγορα, ότι γρήγορα θα ορμήσουν όλοι αντάμα

να σε φονεύσουν οι Αχαιοί και άμα σε χάσω, κάτω

στον μαύρον Άδη ας κατεβώ, διότι αν αποθάνης

και συ, καμιά παρηγοριά δι’ εμέ δεν θ’ απομείνη,

και πόνοι μόνον. Έχασα πατέρα και μητέρα.

Έκτωρ, συ είσαι δι’ εμέ πατέρας και μητέρα,

συ αδελφός, συ ανθηρός της κλίνης σύντροφός μου.

Αλλά λυπήσου μας, και αυτού μείνε στον πύργον, 

μήπως ορφανό κάμης το παιδί και χήραν την γυναίκα.

Και ο μέγας Έκτωρ έβγαλε την περικεφαλαίαν

και καταγής την έθεσαν οπού λαμποκοπούσε.

Εφίλησε κι εχόρευσε στα χέρια το παιδί του

κι έπειτα ευχήθη στους θεούς κι είπε:

Ω πατέρα Δία,

κι όλ’ οι επουράνιοι θεοί, δώσετε εις το παιδί μου

τούτο, ως εδώκατε εις εμέ, στο γένος του να λάμπη,

στ’ άρματα μέγας, δυνατός στην Ίλιν βασιλέας,

και ως έρχεται απ’ τον πόλεμον μ’ άρματα αιματωμένα,

εχθρού που εφόνευσε, να ειπούν: καλύτερος εδείχθη

και του πατρός του, και χαράν θα αισθάνεται η μητέρα.

Ως είπε αυτά, στην αγκαλιά της ποθητής συμβίας

το βρέφος έβαλε και αυτή στο μυροβόλο στήθος

το πήρε γελοκλαίοντας. Την ελυπήθη εκείνος,

εχάιδευσέ την κι έλεγε:

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

Μη τον ρωτάς τον ουρανό, Μάνος Χατζιδάκης

Μάνος Χατζιδάκης (Ξάνθη 23 Οκτωβρίου 1925  Αθήνα 15 Ιουνίου 1994)



ΜΗ ΤΟΝ ΡΩΤΑΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ


Λόγο στο λόγο και ξεχαστήκαμε
μας πήρε ο πόνος και νυχτωθήκαμε
σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου
να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου

Μην τον ρωτάς τον ουρανό
το σύννεφο και το φεγγάρι
το βλέμμα σου το σκοτεινό
κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει

Ό,τι μας βρήκε κι ό,τι μας λύπησε
σαν το μαχαίρι κρυφά μας χτύπησε
σβήσε το δάκρυ με το μαντίλι σου
να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου

Μην τον ρωτάς τον ουρανό
το σύννεφο και το φεγγάρι
το βλέμμα σου το σκοτεινό
κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει

  

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Αζτέκοι

Το 1519, ο Ισπανός κατακτητής Hernán Cortés και οι 400 άνδρες του βάδισαν προς την πρωτεύουσα των Aztec την Tenochtitlan και αμέσως ήξεραν ότι βρέθηκαν σε ένα παράξενο και θαυμάσιο μέρος. Ο αυτοκράτορας Moctezuma II, πριν από την άφιξή τους, είχε στείλει στους Ισπανούς πολυτελή κοσμήματα και ωραία ρούχα. Πιθανόν να πίστευε ότι οι Ισπανοί είναι η θεότητα Quetzalcoatl, το «προικισμένο φίδι» που επέστρεφε στο Tenochtitlan από την ανατολή, ή ότι θα υποδεχόταν απεσταλμένους από ένα φιλικό κράτος. Οι Ισπανοί, κάνοντας τους δικούς λογαριασμούς, άρχισαν να εξερευνούν την πόλη, βρήκαν ναούς εμποτισμένους με αίμα και ανθρώπινες καρδιές που καίγονταν σε κεραμικά μαγκάλια. Τόσο παχιά ήταν η δυσωδία της ανθρώπινης σάρκας, έγραψε ο χρονικογράφος Bernal Díaz del Castillo, ώστε η σκηνή έφερε στο μυαλό καστιλιάνικο σφαγείο.


Πεντακόσια χρόνια αργότερα, η κεντρική πλατεία της πόλης του Μεξικού εξακολουθεί να σφύζει από