και πιο χαρακτηριστικά δείγματα
μεσοβυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Αθήνα.
Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα μνημεία
της Αθήνας. Χτισμένη στην Ερμού, η Καπνικαρέα αποτελεί ένα νησί βυζαντινής αρχιτεκτονικής μέσα στο σύγχρονο αστικό τοπίο. Ένα σημείο όπου η πόλη “αναπνέει” ιστορία στην καθημερινότητα. Η Καπνικαρέα χτίστηκε γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα, σε μια εποχή ακμής της μεσοβυζαντινής Αθήνας. Η θέση της δεν είναι τυχαία, βρίσκεται πάνω σε αρχαιότερα ιερά, πιθανότατα αφιερωμένα σε γυναικείες θεότητες (π.χ. Δήμητρα ή Αθηνά), κάτι συνηθισμένο στη βυζαντινή πρακτική επαναχρησιμοποίησης ιερών τόπων και υλικών.
Τα ονόματα των αρχιτεκτόνων της Καπνικαρέας δεν είναι γνωστά, φυσιολογικό για τη βυζαντινή περίοδο. Οι ναοί του 11ου-12ου αιώνα σπάνια φέρουν επιγραφές με ονόματα αρχιτεκτόνων ή μαστόρων. Η κατασκευή γινόταν συνήθως από τοπικά συνεργεία μαστόρων υπό την εποπτεία ενός κληρικού ή ευγενούς χορηγού με τεχνικές που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά. Ο αθηναϊκός τρούλος του ναού μαρτυρά ότι οι τεχνίτες της ανήκαν στη "σχολή" των Αθηνών, η οποία είχε ιδιαίτερο ύφος στην κεραμοπλαστική και στη μορφολογία των τρούλων.
Τύπος ναού.Αποτελεί σύνθετο τετρακιόνιο σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρεις διακριτές ενότητες:
Τύπος ναού.Αποτελεί σύνθετο τετρακιόνιο σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρεις διακριτές ενότητες:
Κύριος ναός (σταυροειδής εγγεγραμμένος), Νάρθηκας, Παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας (προσθήκη του 12ου αιώνα). Αυτός ο σύνθετος τύπος είναι χαρακτηριστικός της μεσοβυζαντινής περιόδου (10ος–12ος αιώνας). Τρούλος της Καπνικαρέας είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της. Ανήκει στον τύπο του αθηναϊκού τρούλου. Έχει οκταγωνική βάση με ψηλές, λεπτές αψίδες. Διαθέτει κεραμοπλαστικό διάκοσμο (πλίνθοι, κεραμικά μοτίβα) που δημιουργούν γεωμετρικά σχέδια. Τα παράθυρα είναι στενά και ψηλά, δίνοντας στο εσωτερικό μια ήπια, διάχυτη φωτεινότητα. Ο αθηναϊκός τρούλος είναι σήμα κατατεθέν των εκκλησιών της Αθήνας του 11ου αιώνα (π.χ. Καπνικαρέα, Άγιοι Θεόδωροι, Άγιος Ελευθέριος).
Η εξωτερική αρχιτεκτονική είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτική της εποχής: Πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία (εναλλαγή λίθων και πλίνθων)· κεραμοπλαστικός διάκοσμος με ψευδοκουφικά μοτίβα· αψίδες με τριπλά παράθυρα· ασυμμετρίες λόγω των διαδοχικών προσθηκών. Η εκκλησία έχει πολυεπίπεδη όψη, αποτέλεσμα της μακράς ιστορίας της.
Η εξωτερική αρχιτεκτονική είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτική της εποχής: Πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία (εναλλαγή λίθων και πλίνθων)· κεραμοπλαστικός διάκοσμος με ψευδοκουφικά μοτίβα· αψίδες με τριπλά παράθυρα· ασυμμετρίες λόγω των διαδοχικών προσθηκών. Η εκκλησία έχει πολυεπίπεδη όψη, αποτέλεσμα της μακράς ιστορίας της.
Ο εσωτερικός διάκοσμος έχει υποστεί αλλοιώσεις, αλλά διατηρεί σημαντικά στοιχεία: τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου (20ός αιώνας), σε ύφος βυζαντινής παράδοσης·
κιονόκρανα με απλά βυζαντινά μοτίβα· σταυροειδής κάτοψη που οργανώνει τον χώρο σε τέσσερις κατευθύνσεις.
Ιστορική στρωματογραφία. Η Καπνικαρέα είναι ένα αρχιτεκτονικό παλίμψηστο.
Ο αρχικός πυρήνας του 11ου αιώνα ήταν ο σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός, ο οποίος αποτελεί και το αρχαιότερο τμήμα του συγκροτήματος.
Προσθήκες του 12ου αιώνα, Επεμβάσεις της οθωμανικής περιόδου, Αναστηλώσεις του 19ου και 20ού αιώνα. Διαστρωμάτωση στην οποία οφείλει την ιδιόμορφη, αλλά γοητευτική ασυμμετρία της.
Μεσοβυζαντινές προσθήκες. Τον 12ο αιώνα προστέθηκαν: Το παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας. Ο νάρθηκας. Διακοσμητικές επεμβάσεις στον τρούλο και στην τοιχοποιία. Αυτές οι προσθήκες δίνουν στο μνημείο τη χαρακτηριστική του ασυμμετρία.
Κατά την Οθωμανική περίοδο η εκκλησία συνέχισε να λειτουργεί.
Τον 19ο αιώνα, παρ' ολίγο να κατεδαφιστεί. Μετά την απελευθέρωση, η νέα πολεοδομία της Αθήνας προέβλεπε την κατεδάφιση του ναού για να ευθυγραμμιστεί η οδός Ερμού. Τον έσωσε ο πατέρας του βασιλιά Όθωνα, Λουδοβίκος της Βαυαρίας που επέμεινε να διατηρηθεί.
Στον 20ό αιώνα έγιναν αναστηλώσεις και ο εσωτερικός διάκοσμος ανανεώθηκε με τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου και του εργαστηρίου του, σε αυστηρό βυζαντινό ύφος.
Από τα πιο ενδιαφέροντα και πολυσήμαντα τοπωνύμια της παλιάς Αθήνας. Η ετυμολογία του δεν είναι απολύτως βέβαιη, αλλά υπάρχουν τρεις κύριες ερμηνείες. Με τη μια ή με την άλλη ερμηνεία, πάντως, το όνομα συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική ιστορία της μεσοβυζαντινής Αθήνας.
-Η επικρατέστερη ερμηνεία συνδέει το όνομα με τον δημόσιο λειτουργό τον καπνικάρη, τον φοροεισπράκτορα του καπνικού φόρου δηλαδή τον υπεύθυνο για την είσπραξη του καπνικού φόρου ‒φόρος επί των εστιών/καπνοδόχων στη βυζαντινή περίοδο. Πιθανότατα ο ναός συνδέθηκε με οικογένεια ή κτήτορα που έφερε αυτό το επάγγελμα. Από το καπνικάριος → Καπνικαρέα (θηλυκός τύπος, όπως συνηθίζεται στα τοπωνύμια εκκλησιών).
-Από το καπνικόν, τον φόρο που ήταν ένας από τους βασικούς δημοσιονομικούς μηχανισμούς του Βυζαντίου και επιβαλλόταν σε κάθε οικία με εστία. βρισκόταν σε περιοχή όπου συγκεντρώνονταν οι σχετικές υπηρεσίες.
-Από το “Καμινικαρέα”, περιοχή με καμίνια. Μια παλαιότερη, λιγότερο πιθανή αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία: το όνομα να προέρχεται από το καμίνι (κλίβανος), δηλαδή από περιοχή όπου λειτουργούσαν καμίνια ή εργαστήρια κεραμικής. Η Αθήνα είχε έντονη κεραμική δραστηριότητα στη μεσοβυζαντινή περίοδο. Η εκκλησία βρίσκεται σε περιοχή όπου έχουν βρεθεί ίχνη εργαστηρίων. Η μετατροπή Καμινικαρέα → Καπνικαρέα είναι φωνητικά εφικτή, αλλά ιστορικά λιγότερο ισχυρή από τις προηγούμενες.
Βάση είναι ένα επάγγελμα ή τίτλος.
Στην περίπτωση της Καπνικαρέας, η βάση είναι: καπνικάριος → δημόσιος υπάλληλος που εισέπραττε τον καπνικό φόρο. Παραδείγματα:
Βρεττανικός → από το όνομα Βρεττάνος
Γοργοεπήκοος → από επίθετο της Παναγίας
Καλαμιώτισσα → από περιοχή με καλάμια
-Μετατροπή σε θηλυκό τοπωνύμιο. Όπως πολλές βυζαντινές εκκλησίες, το όνομά τους παίρνει θηλυκό τύπο η Καπνικαρέα, η Γοργοεπήκοος, η Παντάνασσα, η Καλαμιώτισσα. Αυτό οφείλεται στο ότι το τοπωνύμιο αναφέρεται στην εκκλησία ή τη μονή, όχι στο επάγγελμα ή τον τίτλο.
Ο σχηματισμός γίνεται με κατάληξη: -αρέα, -ώτισσα, -ούσα, -ίτισσα, -έσσα. Η κατάληξη -αρέα είναι χαρακτηριστική σε τοπωνύμια που προέρχονται από επαγγελματικό ή οικογενειακό όνομα.
Συνεπώς:
Καπνικαρέα, καπνικάριος, επάγγελμα / αξίωμα, -αρέα
Καλαμιώτισσα, καλαμιώτης, τοπωνυμικό χαρακτηριστικό, -ώτισσα
Παντάνασσα (στο Μοναστηράκι), τίτλος της Παναγίας, θεολογικός τίτλος, -ασσα
Αγιοταφίτισσα αγιοταφίτης (μοναχός του Παναγίου Τάφου), εκκλησιαστικός τίτλος, Εκκλησία συνδεδεμένη με αδελφότητα Αγιοταφιτών, -ίτισσα.
Γοργοεπήκοος, γοργοεπήκοος είναι επίθετο της Παναγίας, επίθετο άκλιτο. Εκκλησία γνωστή για την «ταχεία εισακουστικότητα» της Παναγίας.
-Φωνολογικές προσαρμογές. Κατά τη μετάβαση από το επάγγελμα στο τοπωνύμιο: απλοποιούνται συμφωνικά συμπλέγματα, προσαρμόζεται ο τόνος, δημιουργείται πιο «ομαλή» προφορά για καθημερινή χρήση. Παράδειγμα:
καπνικάριος → Καπνικαρέα (μετατόπιση τόνου και απλοποίηση του -ριος → -ρέα)
-Σημασιολογική μετατόπιση. Το όνομα παύει να δηλώνει το επάγγελμα και γίνεται τοπωνύμιο: «πάω στην Καπνικαρέα», «η περιοχή της Καπνικαρέας». Η λέξη αποκτά γεωγραφική και κοινωνική σημασία, ανεξάρτητη από την αρχική της ρίζα.
Τα τοπωνύμια αυτά είναι χαρακτηριστικά της Αθήνας της Μεσοβυζαντινής περιόδου με την έντονη τοπική ταυτότητα. Οι κοινότητες, οι επαγγελματικές και οικογενειακές συντεχνίες οργανώνονταν γύρω από ναούς, των οποίων τα ονόματα λειτουργούσαν ως σημεία αναφοράς, σαν οδόσημα, εντός του αστικού ιστού.
Στον 20ό αιώνα έγιναν αναστηλώσεις και ο εσωτερικός διάκοσμος ανανεώθηκε με τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου και του εργαστηρίου του, σε αυστηρό βυζαντινό ύφος.
Από τα πιο ενδιαφέροντα και πολυσήμαντα τοπωνύμια της παλιάς Αθήνας. Η ετυμολογία του δεν είναι απολύτως βέβαιη, αλλά υπάρχουν τρεις κύριες ερμηνείες. Με τη μια ή με την άλλη ερμηνεία, πάντως, το όνομα συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική ιστορία της μεσοβυζαντινής Αθήνας.
-Η επικρατέστερη ερμηνεία συνδέει το όνομα με τον δημόσιο λειτουργό τον καπνικάρη, τον φοροεισπράκτορα του καπνικού φόρου δηλαδή τον υπεύθυνο για την είσπραξη του καπνικού φόρου ‒φόρος επί των εστιών/καπνοδόχων στη βυζαντινή περίοδο. Πιθανότατα ο ναός συνδέθηκε με οικογένεια ή κτήτορα που έφερε αυτό το επάγγελμα. Από το καπνικάριος → Καπνικαρέα (θηλυκός τύπος, όπως συνηθίζεται στα τοπωνύμια εκκλησιών).
-Από το καπνικόν, τον φόρο που ήταν ένας από τους βασικούς δημοσιονομικούς μηχανισμούς του Βυζαντίου και επιβαλλόταν σε κάθε οικία με εστία. βρισκόταν σε περιοχή όπου συγκεντρώνονταν οι σχετικές υπηρεσίες.
-Από το “Καμινικαρέα”, περιοχή με καμίνια. Μια παλαιότερη, λιγότερο πιθανή αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία: το όνομα να προέρχεται από το καμίνι (κλίβανος), δηλαδή από περιοχή όπου λειτουργούσαν καμίνια ή εργαστήρια κεραμικής. Η Αθήνα είχε έντονη κεραμική δραστηριότητα στη μεσοβυζαντινή περίοδο. Η εκκλησία βρίσκεται σε περιοχή όπου έχουν βρεθεί ίχνη εργαστηρίων. Η μετατροπή Καμινικαρέα → Καπνικαρέα είναι φωνητικά εφικτή, αλλά ιστορικά λιγότερο ισχυρή από τις προηγούμενες.
Πώς σχηματίζονται τοπωνύμια τύπου «Καπνικαρέα»
Τα βυζαντινά τοπωνύμια εκκλησιών στην Αθήνα (και γενικότερα στον ελλαδικό χώρο) συχνά προκύπτουν από επάγγελμα, αξίωμα, οικογενειακό όνομα ή χαρακτηριστικό που συνδέεται με τον κτήτορα, τον χορηγό ή την περιοχή. Η μορφολογία τους ακολουθεί συγκεκριμένα γλωσσικά μοτίβα. Βάση είναι ένα επάγγελμα ή τίτλος.
Στην περίπτωση της Καπνικαρέας, η βάση είναι: καπνικάριος → δημόσιος υπάλληλος που εισέπραττε τον καπνικό φόρο. Παραδείγματα:
Βρεττανικός → από το όνομα Βρεττάνος
Γοργοεπήκοος → από επίθετο της Παναγίας
Καλαμιώτισσα → από περιοχή με καλάμια
-Μετατροπή σε θηλυκό τοπωνύμιο. Όπως πολλές βυζαντινές εκκλησίες, το όνομά τους παίρνει θηλυκό τύπο η Καπνικαρέα, η Γοργοεπήκοος, η Παντάνασσα, η Καλαμιώτισσα. Αυτό οφείλεται στο ότι το τοπωνύμιο αναφέρεται στην εκκλησία ή τη μονή, όχι στο επάγγελμα ή τον τίτλο.
Ο σχηματισμός γίνεται με κατάληξη: -αρέα, -ώτισσα, -ούσα, -ίτισσα, -έσσα. Η κατάληξη -αρέα είναι χαρακτηριστική σε τοπωνύμια που προέρχονται από επαγγελματικό ή οικογενειακό όνομα.
Συνεπώς:
Καπνικαρέα, καπνικάριος, επάγγελμα / αξίωμα, -αρέα
Καλαμιώτισσα, καλαμιώτης, τοπωνυμικό χαρακτηριστικό, -ώτισσα
Παντάνασσα (στο Μοναστηράκι), τίτλος της Παναγίας, θεολογικός τίτλος, -ασσα
Αγιοταφίτισσα αγιοταφίτης (μοναχός του Παναγίου Τάφου), εκκλησιαστικός τίτλος, Εκκλησία συνδεδεμένη με αδελφότητα Αγιοταφιτών, -ίτισσα.
Γοργοεπήκοος, γοργοεπήκοος είναι επίθετο της Παναγίας, επίθετο άκλιτο. Εκκλησία γνωστή για την «ταχεία εισακουστικότητα» της Παναγίας.
-Φωνολογικές προσαρμογές. Κατά τη μετάβαση από το επάγγελμα στο τοπωνύμιο: απλοποιούνται συμφωνικά συμπλέγματα, προσαρμόζεται ο τόνος, δημιουργείται πιο «ομαλή» προφορά για καθημερινή χρήση. Παράδειγμα:
καπνικάριος → Καπνικαρέα (μετατόπιση τόνου και απλοποίηση του -ριος → -ρέα)
-Σημασιολογική μετατόπιση. Το όνομα παύει να δηλώνει το επάγγελμα και γίνεται τοπωνύμιο: «πάω στην Καπνικαρέα», «η περιοχή της Καπνικαρέας». Η λέξη αποκτά γεωγραφική και κοινωνική σημασία, ανεξάρτητη από την αρχική της ρίζα.
Τα τοπωνύμια αυτά είναι χαρακτηριστικά της Αθήνας της Μεσοβυζαντινής περιόδου με την έντονη τοπική ταυτότητα. Οι κοινότητες, οι επαγγελματικές και οικογενειακές συντεχνίες οργανώνονταν γύρω από ναούς, των οποίων τα ονόματα λειτουργούσαν ως σημεία αναφοράς, σαν οδόσημα, εντός του αστικού ιστού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου