Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Στενοχωρία εδαφική

Ο όρος στενοχωρία με την κυριολεκτική, εδαφική του έννοια αναφέρεται στη στενότητα χώρου ή την έλλειψη διαθέσιμης καλλιεργήσιμης γης. Ετυμολογία: προέρχεται από το στενός + χώρα (χώρος), δηλαδή ο στενός χώρος που προκαλεί «πίεση», είτε αυτή είναι χωρική είτε, μεταφορικά, ψυχική. 
        Αν και σήμερα η λέξη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για να περιγράψει τη λύπη ή το άγχος, η ιστορική και γεωγραφική της σημασία είναι η εξής:    
        Ιστορικό πλαίσιο. Στην αρχαία Ελλάδα (8ος-7ος αι. π.Χ.), η «στενοχωρία» ήταν το φαινόμενο κατά το οποίο η αύξηση του πληθυσμού σε συνδυασμό με τις περιορισμένες πεδινές εκτάσεις δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Η έλλειψη γης υπήρξε μία από τις κύριες αιτίες του Β' Μεγάλου Αποικισμού.
        Στη σύγχρονη ορολογία (π.χ. σε νομικά ή πολεοδομικά κείμενα έως το 2026), ο όρος μπορεί να περιγράψει τον περιορισμό εδαφικών εκτάσεων ή τη στενότητα σε συγκεκριμένες εδαφικές λωρίδες και ακίνητα. Σε θέματα χωροταξίας και επενδύσεων, συχνά συναντάται ο όρος «χωρική αβεβαιότητα» ή «περιορισμένη διαθεσιμότητα γης» για να περιγράψει παρόμοια προβλήματα έλλειψης χώρου για ανάπτυξη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου