Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Νίκος Καββαδίας, αν και πώς εντάσσεται η ποίησή του στην περίοδο του Μεσοπολέμου (1919-1939)

Καββαδίας Νίκος, γεννήθηκε στη Μαντζουρία στις 11 Ιανουαρίου του 1910. Ήρθε με την οικογένειά του στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς το 1914 όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, και μετά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου το 1975 στην Αθήνα.

Πρόκειται για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις «ασύμμετρης» ένταξης ενός ποιητή σε μια λογοτεχνική περίοδο. Ο Καββαδίας γεννιέται και γράφει μέσα στον Μεσοπόλεμο, αλλά δεν μοιάζει σχεδόν με κανέναν από τους μεγάλους της γενιάς του. Και όμως, η σχέση του με την εποχή του είναι βαθιά, απλώς πλάγια, υπόγεια, αντισυμβατική. 

Ποίηση Νίκου Καββαδία και Μεσοπόλεμος
(Interwar period 1919-1939)

Η μεσοπολεμική ποίηση χαρακτηρίζεται από τον υπερρεαλισμό (εκπροσωπούν ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος), την υπαρξιακή αγωνία και την εσωτερικότητα (εκπροσωπεί ο Σεφέρης), την αναζήτηση ταυτότητας και μοντερνισμού. Ο Καββαδίας δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή, «Μαραμπού» το 1933. Βιολογικά και χρονολογικά είναι ποιητής του Μεσοπολέμου, ωστόσο δεν συμμετείχε στα μεγάλα μεσοπολεμικά καλλιτεχνικά ρεύματα.
    Ο Καββαδίας είναι ποιητής του περιθωρίου, κυριολεκτικά και μεταφορικά· δεν είναι υπερρεαλιστής, μοντερνιστής με την έννοια της Γενιάς του ’30· δεν είναι εσωτερικός, ούτε μεταφυσικός, δεν ασχολείται με τον ελληνοκεντρισμό. 
    Η θεματική του είναι αντι-μεσοπολεμική. Όταν οι ποιητές του Μεσοπολέμου αναμετρώνται με την οικονομικο-κοινωνική μεταπολεμική κρίση της Ευρώπης, αναστοχάζονται τη λογοτεχνική παράδοση, πειραματίζονται με νέες μορφές, ο Καββαδίας γράφει για λιμάνια, ναυτικούς, ταξίδια, εξωτικά τοπία, περιθωριακούς ανθρώπους, για τη μοναξιά της θάλασσας. Η ποίησή του μοιάζει να έρχεται από κάποιον παράλληλο κόσμο, έξω από την ιστορική αγωνία της εποχής. Παρ' όλα αυτά η αίσθηση του «ξένου» τον συνδέει με το μεσοπολεμικό βίωμα, και έτσι εντάσσονται ουσιαστικά τα ποιήματά του στην εποχή του Μεσοπολέμου, εποχή αποξένωσης, αβεβαιότητας, διάλυσης των σταθερών αξιών, περιπλάνησης, υπαρξιακής μοναξιάς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μάνα σου κανεὶς δὲν σὲ θυμᾶται, σὲ τοῦτο τὸ τρομακτικὸ ταξίδι τοῦ χαμοῦ, «Θεσσαλονίκη».

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1919) στην Ελλάδα επικράτησε πολιτική αστάθεια (πραξικοπήματα, βραχύβιες κυβερνήσεις), οικονομικό πρόβλημα που επιβάρυνε το προσφυγικό ζήτημα, κοινωνική αναταραχή, φτώχεια και άνοδος του εργατικού κινήματος παράλληλα με εκσυγχρονισμό και  ανάγκη καλλιτεχνικής ανανέωσης. Ο Καββαδίας εκφράζεται σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον με 'εργαλεία' τη βιογραφία και τις εικόνες. Η θάλασσα γίνεται το δικό του υπαρξιακό τοπίο. Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων. Ο ναυτικός γίνεται ο απομονωμένος, ο πρόσφυγας, ο ταλαιπωρημένος. Το ταξίδι γίνεται η δική του μορφή υπαρξιακής περιπλάνησης. Έτσι, ενώ το ύφος της ποίησής του δεν μοιάζει με αυτό των μοντέρνων Ελλήνων ποιητών, μοιράζεται, ωστόσο, το ίδιο υπόγειο αίσθημα της εποχής.
    Στον Μεσοπόλεμο η γλώσσα αναζητά νέες μορφές έκφρασης. Ο Καββαδίας προσφέρει δική του ιδιότυπη μορφή μοντερνισμού διατηρώντας τη δημοτική γλώσσα και τον ομοιοκατάληκτο στίχο. Η ποιητική γλώσσα είναι υβριδική, διεθνής, αντι-ακαδημαϊκή. Με κοφτές φράσεις, ναυτική ορολογία, ξένες λέξεις, ρυθμό που θυμίζει τραγούδι ή προφορικότητα δημιουργεί ρεαλιστικές ‒όχι υπερρεαλιστικές‒ εικόνες.
 
«Ένα μαχαίρι»
Θυμᾶμαι, ὡς τώρα νἀ ῾τανε, τὸν γέρο παλαιοπώλη,
ὅπου ἐμοίαζε μὲ μίαν παλιὰ ἐλαιογραφία τοῦ Γκόγια,
ὀρθὸν πλάι σὲ μακριὰ σπαθιὰ καὶ σὲ στολὲς σχισμένες,
νὰ λέει μὲ μία βραχνὴ φωνὴ τὰ παρακάτου λόγια.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, 3 Απριλίου 1870 - 4 Φεβρουαρίου 1843

Museum





     Ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν μόνο οπλαρχηγός· ήταν ο μόνος Έλληνας της Επανάστασης του 1821  που διέθετε συνεκτική στρατηγική θεωρία, διαμορφωμένη από εμπειρία δεκαετιών στον Μοριά, γνώση της οθωμανικής διοίκησης και βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας του λαού. 
    Θεωρείται ο πραγματικός Στρατηγός της Επανάστασης, ο οποίος λειτούργησε σε τετραεπίπεδο σύστημα ‒επιχειρησιακό, στρατηγικό, πολιτικό, ψυχολογικό.







Στρατηγική άμυνας με ενεργητικά στοιχεία.
Βασική στρατηγική αρχή: «Ο Μοριάς είναι κάστρο»
Ο Κολοκοτρώνης αντιλαμβανόταν την Πελοπόννησο ως φυσικό οχυρό. Η στρατηγική του στηριζόταν σε τρεις πυλώνες: στενά - κλεισούρες - ορεινά περάσματα. Επομένως, η μάχη θα δινόταν εκεί όπου ο αντίπαλος δεν μπορούσε να αναπτύξει υπεροχή δυνάμεων (π.χ. ιππικό).
Φθορά αντί μετωπικής σύγκρουσης. Δεν επιδίωκε «μάχες αποφασιστικής αναμέτρησης» αλλά διαρκή αποδυνάμωση του αντιπάλου.
Χρόνος ως όπλο. Κάθε μέρα που περνούσε, ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ απομακρυνόταν από τις βάσεις του και παράλληλα οι Μεγάλες Δυνάμεις ετοιμάζονταν για επέμβαση και υποστήριξη των Ελλήνων.
Επιχειρησιακή στρατηγική: πώς πολεμούσε
Επιλογή πεδίου μάχης. Ο Κολοκοτρώνης επέβαλλε το πεδίο μάχης: Δερβενάκια, Βαλτέτσι, Γράνα, Τρίκορφα. Όλα είναι στενά, ορεινά, ακατάλληλα για ιππικό και ιδανικά για ενέδρες.
Αποφυγή σύγκρουσης σε ανοιχτό πεδίο. Έχοντας υπόψη του ότι οι Έλληνες δεν διέθεταν τακτικό στρατό, ενώ ο αντίπαλος είχε πειθαρχημένο πεζικό και ιππικό, η στρατηγική του Κολοκοτρώνη ήταν ασύμμετρη αναμέτρηση, πριν ακόμη επινοηθεί ο όρος.
Χτύπημα γραμμών ανεφοδιασμού. Κάψιμο αποθηκών και τροφών προκειμένου να μην βρίσκει ο Ιμπραήμ τροφοδοσία για τον στρατό του, χτύπημα σε μικρά οθωμανικά αποσπάσματα, αποφυγή της «μεγάλης μάχης».  Ήταν στρατηγική φθοράς και εξάντλησης.
Στρατηγική απέναντι στον Ιμπραήμ: «Να μην έχει πού να σταθεί». Ο Ιμπραήμ ήθελε να καταλάβει πόλεις, να ελέγξει κάμπους, να επιβάλει προσκύνημα στην Πελοπόννησο.  Ο Κολοκοτρώνης απάντησε με τρεις κινήσεις άδειασμα χωριών, κρύψιμο τροφίμων μεταφορά πληθυσμών στα βουνά. Έτσι, από όπου περνούσε ο Ιμπραήμ έβρισκε καμένο και έρημο χώρο
Πολιτική στρατηγική: Ο Κολοκοτρώνης ως «ρυθμιστής»· είχε τη σπάνια ικανότητα  να συνδέει στρατιωτική και πολιτική στρατηγική. Έχοντας στρατηγικό στόχο συμμαχούσε με βάση την ανάγκη, όχι την ιδεολογία· συνεργάστηκε με προκρίτους όταν χρειαζόταν, με νησιώτες, με Φαναριώτες -δεν επέλεγε «στρατόπεδο». Αντιλαμβανόταν το εσωτερικό και το διεθνές περιβάλλον. Δηλαδή, ότι  η Επανάσταση δεν θα μπορούσε να επικρατήσει χωρίς εξωτερική βοήθεια, και ότι οι χριστιανικές μεγάλες ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες (Ρωσίας, Γαλλίας, Αγγλίας) θα συνδράμουν στρατιωτικά αν και εφόσον ο Αγώνας αντέξει. Άρα, η στρατηγική του ήταν να κρατήσει τον Αγώνα ζωντανό μέχρι την ευρωπαϊκή παρέμβαση.
Ψυχολογική στρατηγική: Ηγεσία σε συνθήκες κατάρρευσης. Ο Κολοκοτρώνης διέθετε εξαιρετική κατανόηση της ψυχικής κατάστασης των μαζών. Με το στρατηγικό μήνυμα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»  ενοχοποιούσε το οθωμανικό προσκύνημα. Επανέφερε την πειθαρχία με τη στοχοποίηση, όχι απλών χωρικών, αλλά προσκυνημένων οπλαρχηγών. Με τη σωστή διαχείριση φόβου, αντί να τιμωρεί μαζικά, επέλεγε χειρουργικά χτυπήματα για να αποτρέψει την κατάρρευση του Αγώνα χωρίς να προκαλέσει εξέγερση εναντίον του. Παράλληλα με τη συνεχή  παρουσία του στα βουνά, ενίσχυε το ηθικό των Ελλήνων,  παρουσία που λειτουργούσε και ως σύμβολο συνέχειας.  Επιπλέον δημιούργησε το αφήγημα που λειτουργούσε ως ψυχικό ανάχωμα στους απελπισμένους τότε χριστιανούς: «Ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει την υπογραφή Του πίσω». 

Η φράση «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» 
πέρασε στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων 
ως κάλεσμα αντίστασης στη προδοσία ή/και την υποταγή

Ο όρος «προσκυνοχάρτια» συνδέεται άμεσα με την κρίσιμη στιγμή του Αγώνα (1825-1827), όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αντέδρασε αποφασιστικά στο μαζικό «προσκύνημα» προς τον Ιμπραήμ Πασά.
        Τα «προσκυνοχάρτια» ήταν έγγραφα υποταγής που ζητούσε ο Ιμπραήμ από τα χωριά της Πελοποννήσου (1825-1827). Έλληνες χωρικοί και οπλαρχηγοί υπέγραφαν δηλώνοντας, με αυτόν τον τρόπο, πίστη στον μουσουλμάνο Ιμπραήμ για να γλιτώσουν από τη μανία του. Όποιος υπέγραφε, θεωρούνταν προσκυνημένος και λάμβανε προσωρινή προστασία από τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Η πρακτική εξαπλώθηκε γρήγορα, ιδιαίτερα μετά την πτώση και την Έξοδο του Μεσολογγίου (10 Απριλίου 1826), και την έλλειψη οργανωμένης ελληνικής άμυνας στη Βόρεια Πελοπόννησο.
        Ο Κολοκοτρώνης εκτιμώντας ότι το «προσκύνημα» (παράδοση στην πραγματικότητα) απειλούσε να καταστρέψει την Επανάσταση, δημιούργησε επαναστατική τρομοκρατία («φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους») στους Έλληνες, στους ίδιους Έλληνες που ασκούσε ο Ιμπραήμ ψυχολογική πίεση-φόβο.  Έστειλε επιστολές σε χωριά και οπλαρχηγούς, δηλώνοντας ότι όποιος δεν επιστρέψει στον Αγώνα και συνεχίσει να συνεργάζεται με τον Ιμπραήμ θα αντιμετωπίσει «φωτιά και τσεκούρι». Η φράση καταγράφεται ήδη από το 1822 και επανεμφανίζεται το 1826, όταν η κατάσταση ήταν δραματική. Με εντολή του Κολοκοτρώνη, ο Δημήτρης Νενέκος, ο οποίος είχε προσκυνήσει και πολεμούσε πλέον στο πλευρό του Ιμπραήμ, εκτελέστηκε από τον Σαγιά, γεγονός που διέλυσε το κύμα προσκυνημάτων και αναζωπύρωσε την αντίσταση των Ελλήνων.

Η σκέψη του Κολοκοτρώνη συνομιλεί 
με αυτήν του Clausewitz, του Sun Tzu 
και τη σύγχρονη θεωρία ασύμμετρης δράσης

Παρ' όλο που δεν είχε διαβάσει τις θεωρίες τους λειτουργούσε με αρχές που σήμερα θεωρούνται κλασικές.
Κολοκοτρώνης & Clausewitz
Κεντρική ιδέα: ο πόλεμος ως πολιτική με άλλα μέσα.
Ο Clausewitz υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής. Ο Κολοκοτρώνης το εφαρμόζει έμπρακτα αφού συνδέει στρατιωτικές κινήσεις με πολιτικούς στόχους· στόχος του δεν ήταν «να νικήσει τον Ιμπραήμ», αλλά να κρατήσει τον Αγώνα ζωντανό μέχρι την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Το ηθικό ως αποφασιστικός παράγοντα: Clausewitz: «Το ηθικό είναι στο υλικό όπως τρία προς ένα». Κολοκοτρώνης: «Ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος…».
Ο χρόνος ως στρατηγικό όπλο: Clausewitz: η φθορά και η αντοχή είναι μορφές ισχύος. Κολοκοτρώνης: «Αν κρατήσουμε, θα σωθούμε».
Σύγκλιση: Και οι δύο βλέπουν τον πόλεμο ως σύστημα όπου πολιτική, ηθικό και χρόνος είναι πιο κρίσιμα από την αριθμητική ισχύ.

Κολοκοτρώνης & Sun Tzu