Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Κραυγή, του Νορβηγού εξπρεσιονιστή ζωγράφου Έντβαρτ Μουνκ


Η κραυγή,  The scream


Η Κραυγή του Έντβαρτ Μουνκ (Edvard Munch, 1863-1944) είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της Mοντέρνας Tέχνης (Modern Art) και ένα από τα πρώτα που αποτυπώνουν με τόση ωμή ένταση την υπαρξιακή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου.
Η Κραυγή ως σύμβολο υπαρξιακού τρόμου. Ο Μουνκ δεν ζωγραφίζει έναν άνθρωπο που φωνάζει· ζωγραφίζει έναν άνθρωπο που ακούει την κραυγή του κόσμου. Η φιγούρα στο κέντρο μοιάζει σχεδόν άφυλη, απογυμνωμένη από ταυτότητα, σαν να εκπροσωπεί κάθε άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με την αγωνία της ύπαρξης. Η παραμόρφωση του προσώπου και του σώματος δεν είναι τεχνικό λάθος· είναι συνειδητή επιλογή για να αποδοθεί η ψυχική διάλυση.
Η δύναμη της γραμμής και του χρώματος. Η Κραυγή είναι ένα έργο όπου το χρώμα λειτουργεί σαν συναίσθημα: οι σπειροειδείς, κυματιστές γραμμές του ουρανού και του τοπίου δημιουργούν αίσθηση αστάθειας το κόκκινο και το πορτοκαλί θυμίζουν φωτιά, αίμα, απειλή το γαλάζιο και το μαύρο της φιγούρας λειτουργούν σαν αντίθεση, σαν να «ρουφούν» το φως. Ο Μουνκ δεν ενδιαφέρεται για ρεαλισμό· ενδιαφέρεται για ψυχική αλήθεια. Το τοπίο μοιάζει να συμμετέχει στην αγωνία, σαν ολόκληρη η φύση να ουρλιάζει μαζί με τον άνθρωπο.
            Ψυχολογική διάσταση-Η τέχνη ως εξομολόγηση. Ο ίδιος ο Μουνκ έγραψε στο ημερολόγιό του ότι ένιωσε «ένα απέραντο ουρλιαχτό να διαπερνά τη φύση». Η Κραυγή είναι η εικαστική μετάφραση μιας πανικού, κρίσης άγχους, υπαρξιακής κατάρρευσης. Η τέχνη του Μουνκ είναι βαθιά αυτοβιογραφική: έχασε τη μητέρα και την αδελφή του σε νεαρή ηλικία, ο πατέρας του είχε ψυχικές διαταραχές, ο ίδιος υπέφερε από άγχος και κατάθλιψη. Η Κραυγή είναι η στιγμή όπου η προσωπική του αγωνία γίνεται καθολική εμπειρία.
Προάγγελος του Εξπρεσιονισμού. Το έργο δημιουργείται σε μια εποχή όπου η Ευρώπη αλλάζει ραγδαία με την Βιομηχανική Επανάσταση αποτελέσματα της οποίας ήταν η αστικοποίηση, οι νέες φιλοσοφίες, η αίσθηση αποξένωσης. Η Κραυγή προαναγγέλλει τον Εξπρεσιονισμό (Expressionism Art), ένα κίνημα που θα δώσει προτεραιότητα στο συναίσθημα και την εσωτερική αλήθεια αντί για τον ρεαλισμό. Ο Μουνκ ουσιαστικά ανοίγει τον δρόμο για καλλιτέχνες όπως ο Κίρχνερ, ο Καντίνσκι, ο Σαγκάλ.
            Η σύνθεση ως θεατρική σκηνή. Η γέφυρα λειτουργεί σαν σκηνή θεάτρου. Οι δύο φιγούρες στο βάθος είναι αδιάφορες, απορροφημένες στον περίπατό τους. Αυτή η αντίθεση ενισχύει την αίσθηση απομόνωσης του κεντρικού προσώπου. Η προοπτική της γέφυρας οδηγεί το βλέμμα κατευθείαν στη φιγούρα, σαν να μας τραβά μέσα στην αγωνία της.
Η Κραυγή παραμένει επίκαιρη. Το έργο έγινε παγκόσμιο σύμβολο γιατί εκφράζει κάτι διαχρονικό: την ανθρώπινη αγωνία μπροστά στο χάος, την απώλεια ελέγχου, τον φόβο για το άγνωστο. Σε μια εποχή γεμάτη άγχος, κρίσεις και αβεβαιότητα, η Κραυγή μιλά πιο δυνατά από ποτέ.
 

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Η Μεγάλη Σκακιέρα, του Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι





του Zbigniew Brzezinski (1997)
 











Η Ευρασία ως το κεντρικό πεδίο παγκόσμιας ισχύος

[...]
Στην Ευρασία βρίσκονται επίσης τα περισσότερα πολιτικά ισχυρά και δυναμικά κράτη. Μετά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι επόμενες έξι μεγαλύτερες οικονομίες και οι επόμενοι έξι μεγαλύτεροι καταναλωτές στρατιωτικών όπλων βρίσκονται στην Ευρασία. Όλες οι παγκόσμιες δυνάμεις που διαθέτουν φανερά πυρηνικά όπλα εκτός από μία και όλες οι παγκόσμιες δυνάμεις που διαθέτουν κρυφά πυρηνικά όπλα εκτός από μία βρίσκονται στην Ευρασία. Οι δύο πιο πολυπληθείς διεκδικητές της περιφερειακής ηγεμονίας και της παγκόσμιας επιρροής είναι ευρασιατικές δυνάμεις. Όλες οι δυνάμεις που θα μπορούσαν δυνητικά να αμφισβητήσουν την πολιτική και/ή οικονομική πρωτοκαθεδρία της Αμερικής είναι ευρασιατικές. Αθροιστικά, η δύναμη της Ευρασίας υπερβαίνει κατά πολύ εκείνη της Αμερικής. Ευτυχώς για την Αμερική, η Ευρασία είναι πολύ μεγάλη για να είναι ενιαία πολιτικά.

Έτσι, η Ευρασία είναι η σκακιέρα πάνω στην οποία συνεχίζει να παίζεται ο αγώνας για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Η γεωστρατηγική –η στρατηγική διαχείριση των γεωπολιτικών συμφερόντων- μπορεί να συγκριθεί με σκάκι, όμως στην κάπως ελλειψοειδή ευρασιατική σκακιέρα δεν παίζουν μόνο δύο, αλλά αρκετοί παίκτες, από τους οποίους ο καθένα διαθέτει διαφορετική δύναμη. Οι κύριοι παίκτες είναι τοποθετημένοι στο δυτικό, στο ανατολικό, στο νότιο μέρος και στο κέντρο της σκακιέρας. Τόσο το δυτικό όσο και το ανατολικό άκρο της σκακιέρας περιλαμβάνουν περιοχές με υψηλή πυκνότητα πληθυσμού, στις οποίες είναι οργανωμένα μερικά ισχυρά κράτη σε σχετικά πυκνοκατοικημένους χώρους. Στην περίπτωση της μικρής δυτικής περιφέρειας της Ευρασίας, αμερικανικές δυνάμεις είναι αναπτυγμένες. Η άπω ανατολική ηπειρωτική περιοχή είναι η έδρα ενός συνεχώς ισχυροποιούμενου και ανεξάρτητου παίκτη, ο οποίος ελέγχει τεράστιο πληθυσμό, ενώ τα εδάφη του δραστήριου αντιπάλου του –που περιορίζεται σε μερικά γειτονικά νησιά- και το ήμισυ μιας μικρής απωανατολικής χερσονήσου παρέχουν βάση στην αμερικανική δύναμη.
Στις τωρινές παγκόσμιες περιστάσεις, μπορούμε να εντοπίσουμε τουλάχιστον πέντε βασικούς γεωστρατηγικούς παίκτες και πέντε γεωπολιτικούς άξονες (από τους οποίους δύο θα μπορούσαν ίσως να χαρακτηριστούν, επίσης, εν μέρει παίκτες) στον νέο πολιτικό χάρτη της Ευρασίας. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία είναι σημαντικοί και δραστήριοι παίκτες. Ενώ η Μεγάλη Βρετανία, η Ιαπωνία και η Ινδονησία, παρότι είναι ομολογουμένως πολύ σημαντικές χώρες, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως γεωστρατηγικοί παίκτες. Η Ουκρανία, το Αζερμπαϊτζάν, η Νότια Κορέα, η Τουρκία και το Ιράν παίζουν το ρόλο κρίσιμα σημαντικών γεωπολιτικών αξόνων, αν και τόσο η Τουρκία όσο και το Ιράν είναι επίσης σε κάποιο βαθμό –εντός των πιο περιορισμένων ικανοτήτων τους- δραστήριες γεωστρατηγικά χώρες.


Αυτή η τεράστια, με παράξενο σχήμα σκακιέρα –που επεκτείνεται από τη Λισαβόνα μέχρι το Βλαδιβοστόκ- είναι το πεδίο του παιχνιδιού

Η Ουκρανία, νέος και σημαντικός χώρος στην ευρασιατική σκακιέρα, είναι γεωπολιτικός άξονας, επειδή η ίδια η ύπαρξή της ως ανεξάρτητης χώρας βοηθά το μετασχηματισμό της Ρωσίας. Χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία παύει να είναι ευρασιατική αυτοκρατορία. Χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία μπορεί να συνεχίσει να παλεύει για αυτοκρατορική θέση, αλλά τότε θα γινόταν κυρίως ασιατικό αυτοκρατορικό κράτος, το οποίο θα συρόταν πολύ πιθανόν σε συγκρούσεις, που θα το αποδυνάμωναν, με αφυπνισμένους Κεντροασιάτες, οι οποίοι θα ήταν γεμάτοι μνησικακία για την απώλεια της πρόσφατα αποκτημένης ανεξαρτησίας τους και θα είχαν την υποστήριξη των αδελφικών ισλαμικών κρατών στο νότο. Επίσης, το πιθανότερο και η Κίνα θα αντετίθετο σε οποιαδήποτε παλινόρθωση της ρωσικής κυριαρχίας στην Κεντρική Ασία, λόγω του αυξανόμενου ενδιαφέροντός της για τα κράτη της περιοχής που απόκτησαν πρόσφατα την ανεξαρτησία τους. Ωστόσο, αν η Μόσχα ανακτήσει τον έλεγχο της Ουκρανίας, με τον πληθυσμό των 52 εκατομμυρίων, τους σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους και την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, η Ρωσία θα ανακτήσει αυτόματα τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να γίνει ισχυρό αυτοκρατορικό κράτος, που θα ενώνει την Ευρώπη και την Ασία. Αν η Ουκρανία έχανε την ανεξαρτησία της, αυτό θα είχε άμεσες συνέπειες για την Κεντρική Ευρώπη, μετασχηματίζοντας την Πολωνία στον γεωπολιτικό άξονα του ανατολικού συνόρου της ενωμένης Ευρώπης.

Καπνικαρέα, χιλιόχρονος ναός της Μεσοβυζαντινής Αθήνας, 11ος αιώνας

άγιος Γεράσιμος


Η Καπνικαρέα είναι ένα από τα ωραιότερα 
και πιο χαρακτηριστικά δείγματα 
μεσοβυζαντινής αρχιτεκτονικής στην Αθήνα.
















Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα μνημεία 
της Αθήνας. Χτισμένη στην Ερμού, η Καπνικαρέα αποτελεί ένα νησί βυζαντινής αρχιτεκτονικής μέσα στο σύγχρονο αστικό τοπίο. Ένα σημείο όπου η πόλη “αναπνέει” ιστορία στην καθημερινότητα. Η Καπνικαρέα χτίστηκε γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα, σε μια εποχή ακμής της μεσοβυζαντινής Αθήνας. Η θέση της δεν είναι τυχαία, βρίσκεται πάνω σε αρχαιότερα ιερά, πιθανότατα αφιερωμένα σε γυναικείες θεότητες (π.χ. Δήμητρα ή Αθηνά), κάτι συνηθισμένο στη βυζαντινή πρακτική επαναχρησιμοποίησης ιερών τόπων και υλικών.
        Τα ονόματα των αρχιτεκτόνων της Καπνικαρέας δεν είναι γνωστά, φυσιολογικό για τη βυζαντινή περίοδο. Οι ναοί του 11ου-12ου αιώνα σπάνια φέρουν επιγραφές με ονόματα αρχιτεκτόνων ή μαστόρων. Η κατασκευή γινόταν συνήθως από τοπικά συνεργεία μαστόρων υπό την εποπτεία ενός κληρικού ή ευγενούς χορηγού με τεχνικές που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά. Ο αθηναϊκός τρούλος του ναού μαρτυρά ότι οι τεχνίτες της ανήκαν στη "σχολή" των Αθηνών, η οποία είχε ιδιαίτερο ύφος στην κεραμοπλαστική και στη μορφολογία των τρούλων.

Τύπος ναού.Αποτελεί σύνθετο τετρακιόνιο σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρεις διακριτές ενότητες: 
Κύριος ναός (σταυροειδής εγγεγραμμένος), Νάρθηκας, Παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας (προσθήκη του 12ου αιώνα). Αυτός ο σύνθετος τύπος είναι χαρακτηριστικός της μεσοβυζαντινής περιόδου (10ος–12ος αιώνας). Τρούλος της Καπνικαρέας είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της. Ανήκει στον τύπο του αθηναϊκού τρούλου. Έχει οκταγωνική βάση με ψηλές, λεπτές αψίδες. Διαθέτει κεραμοπλαστικό διάκοσμο (πλίνθοι, κεραμικά μοτίβα) που δημιουργούν γεωμετρικά σχέδια. Τα παράθυρα είναι στενά και ψηλά, δίνοντας στο εσωτερικό μια ήπια, διάχυτη φωτεινότητα. Ο αθηναϊκός τρούλος είναι σήμα κατατεθέν των εκκλησιών της Αθήνας του 11ου αιώνα (π.χ. Καπνικαρέα, Άγιοι Θεόδωροι, Άγιος Ελευθέριος).
          Η εξωτερική αρχιτεκτονική είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτική της εποχής: Πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία (εναλλαγή λίθων και πλίνθων)· κεραμοπλαστικός διάκοσμος με ψευδοκουφικά μοτίβα· αψίδες με τριπλά παράθυρα· ασυμμετρίες λόγω των διαδοχικών προσθηκών. Η εκκλησία έχει πολυεπίπεδη όψη, αποτέλεσμα της μακράς ιστορίας της.
                
άγιος Αντώνιος


Ο εσωτερικός διάκοσμος έχει υποστεί αλλοιώσεις, αλλά διατηρεί σημαντικά στοιχεία: τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου (20ός αιώνας), σε ύφος βυζαντινής παράδοσης· 
κιονόκρανα με απλά βυζαντινά μοτίβα· σταυροειδής κάτοψη που οργανώνει τον χώρο σε τέσσερις κατευθύνσεις.














Ιστορική στρωματογραφία. Η Καπνικαρέα είναι ένα αρχιτεκτονικό παλίμψηστο. 
Ο αρχικός πυρήνας του  11ου αιώνα ήταν ο σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός, ο οποίος αποτελεί και το αρχαιότερο τμήμα του συγκροτήματος.
Προσθήκες του 12ου αιώνα, Επεμβάσεις της οθωμανικής περιόδου, Αναστηλώσεις του 19ου και 20ού αιώνα. Διαστρωμάτωση στην οποία οφείλει την ιδιόμορφη, αλλά γοητευτική ασυμμετρία της.
Μεσοβυζαντινές προσθήκες. Τον 12ο αιώνα προστέθηκαν: Το παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας. Ο νάρθηκας. Διακοσμητικές επεμβάσεις στον τρούλο και στην τοιχοποιία. Αυτές οι προσθήκες δίνουν στο μνημείο τη χαρακτηριστική του ασυμμετρία.
Κατά την Οθωμανική περίοδο η εκκλησία συνέχισε να λειτουργεί.
Τον 19ο αιώνα, παρ' ολίγο να κατεδαφιστεί. Μετά την απελευθέρωση, η νέα πολεοδομία της Αθήνας προέβλεπε την κατεδάφιση του ναού για να ευθυγραμμιστεί η οδός Ερμού. Τον έσωσε ο πατέρας του βασιλιά Όθωνα, Λουδοβίκος της Βαυαρίας που επέμεινε να διατηρηθεί.
Στον 20ό αιώνα έγιναν αναστηλώσεις και ο εσωτερικός διάκοσμος ανανεώθηκε με τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου και του εργαστηρίου του, σε αυστηρό βυζαντινό ύφος.

Από τα πιο ενδιαφέροντα και πολυσήμαντα τοπωνύμια της παλιάς Αθήνας. Η ετυμολογία του δεν είναι απολύτως βέβαιη, αλλά υπάρχουν τρεις κύριες ερμηνείες. Με τη μια ή με την άλλη ερμηνεία, πάντως, το όνομα συνδέεται με την κοινωνική και οικονομική ιστορία της μεσοβυζαντινής Αθήνας.
-Η επικρατέστερη ερμηνεία συνδέει το όνομα με τον δημόσιο λειτουργό τον καπνικάρη, τον φοροεισπράκτορα του καπνικού φόρου δηλαδή τον υπεύθυνο για την είσπραξη του καπνικού φόρου ‒φόρος επί των εστιών/καπνοδόχων στη βυζαντινή περίοδο. Πιθανότατα ο ναός συνδέθηκε με οικογένεια ή κτήτορα που έφερε αυτό το επάγγελμα. Από το καπνικάριος → Καπνικαρέα (θηλυκός τύπος, όπως συνηθίζεται στα τοπωνύμια εκκλησιών).
-Από το καπνικόν, τον φόρο που ήταν ένας από τους βασικούς δημοσιονομικούς μηχανισμούς του Βυζαντίου και επιβαλλόταν σε κάθε οικία με εστία. βρισκόταν σε περιοχή όπου συγκεντρώνονταν οι σχετικές υπηρεσίες.
-Από το “Καμινικαρέα”, περιοχή με καμίνια. Μια παλαιότερη, λιγότερο πιθανή αλλά ενδιαφέρουσα ερμηνεία: το όνομα να προέρχεται από το καμίνι (κλίβανος), δηλαδή από περιοχή όπου λειτουργούσαν καμίνια ή εργαστήρια κεραμικής. Η Αθήνα είχε έντονη κεραμική δραστηριότητα στη μεσοβυζαντινή περίοδο. Η εκκλησία βρίσκεται σε περιοχή όπου έχουν βρεθεί ίχνη εργαστηρίων. Η μετατροπή Καμινικαρέα → Καπνικαρέα είναι φωνητικά εφικτή, αλλά ιστορικά λιγότερο ισχυρή από τις προηγούμενες.

Πώς σχηματίζονται τοπωνύμια τύπου «Καπνικαρέα»