Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Συνέδριο του Βερολίνου 1878

Το Συνέδριο του Βερολίνου (13 Ιουνίου - 13 Ιουλίου 1878) συγκέντρωσε τους ηγέτες και κορυφαίους διπλωμάτες των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, με στόχο την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και την αναδιάταξη της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Οι ηγέτες και επικεφαλής αντιπροσωπειών των κρατών
-Γερμανία (οικοδεσπότης). Όττο φον Μπίσμαρκ – Καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (προήδρευσε του συνεδρίου). Συμμετείχαν επίσης: Γιούλιους φον Χόλσταϊν, Μπέρνχαρντ φον Μπούλοου (διπλωμάτες).
-Αυστροουγγαρία. Κόμης Γιούλα Αντράσσι - Υπουργός Εξωτερικών. Αλαγιός Κάρολι, - Διπλωμάτης (εμφανίζεται και στον πίνακα του Anton von Werner)
-Ρωσική Αυτοκρατορία. Πρίγκιπας Αλεξάντρ Γκορτσάκοφ -Υπουργός Εξωτερικών, Πιότρ Σουβάλοφ – Πρέσβης, στενός συνεργάτης του Τσάρου Αλεξάνδρου Β΄.
-Ηνωμένο Βασίλειο. Μπέντζαμιν Ντισραέλι (Λόρδος Μπήκονσφιλντ) - Πρωθυπουργός. Συνοδευόταν από τον Λόρδο Σάλσμπερι - Υπουργό Εξωτερικών.
-Γαλλία. Γουλιέλμος Ερνέστ ντε Σαιν-Βαλέ, William Henry Waddington - Υπουργός Εξωτερικών.
-Ιταλία. Κόμης Λουίτζι Κορτί – Υπουργός Εξωτερικών.
-Οθωμανική Αυτοκρατορία. Καραθεοδωρής Πασάς - Επικεφαλής αντιπροσωπείας, Σαντουλλάχ Πασάς, Μεχμέτ Αλή Πασάς
-Βαλκανικά κράτη (με περιορισμένη συμμετοχή). Δεν ήταν πλήρη μέλη του συνεδρίου, αλλά παρευρέθηκαν όταν συζητούνταν ζητήματα που τα αφορούσαν:
-Ελλάδα - Θεόδωρος Δηλιγιάννης, πρεσβευτής.
-Σερβία - Αντιπρόσωποι του πρίγκιπα Μιλάν.
-Ρουμανία - Αντιπρόσωποι του πρίγκιπα Καρόλου.
-Μαυροβούνιο - Εκπρόσωποι του πρίγκιπα Νικολάου

Το Συνέδριο πέτυχε: Αναθεώρησε τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Περιόρισε τη «Μεγάλη Βουλγαρία». Αναγνώρισε την ανεξαρτησία Ρουμανίας, Σερβίας, Μαυροβουνίου. Έδωσε στην Αυστροουγγαρία την κατοχή της Βοσνίας–Ερζεγοβίνης. Η Βρετανία απέκτησε την Κύπρο.

Πώς το Συνέδριο του Βερολίνου προετοίμασε την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1878 -1881)

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε την Μακεδονία και άλλες περιοχές το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) δεν έδωσε αμέσως τη Θεσσαλία στην Ελλάδα, αλλά δημιούργησε ακριβώς τις προϋποθέσεις που οδήγησαν στην προσάρτηση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου το 1881.
Το Συνέδριο άνοιξε το «ελληνικό ζήτημα». Στο Βερολίνο, οι Μεγάλες Δυνάμεις αναθεώρησαν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και επαναχάραξαν τα σύνορα στα Βαλκάνια. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα τέθηκε για πρώτη φορά επίσημα στο τραπέζι ως δικαιούχος εδαφικών διευθετήσεων, παρότι δεν ήταν πλήρες μέλος του συνεδρίου. Οι Δυνάμεις αναγνώρισαν ότι η Ελλάδα είχε «νόμιμες διεκδικήσεις» σε περιοχές με ελληνικό πληθυσμό.
    Η Μεγάλη Βουλγαρία περιορίστηκε - και αυτό ενίσχυσε την ελληνική θέση. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου είχε δημιουργήσει μια τεράστια Βουλγαρία, που θα απέκλειε κάθε ελληνική διεκδίκηση στη Θεσσαλία και την Ήπειρο. Το Συνέδριο του Βερολίνου περιόρισε τη Βουλγαρία στο 1/3 της αρχικής έκτασης. Έτσι, αποδυναμώθηκε ο πανσλαβικός σχεδιασμός, ενισχύθηκε η ανάγκη για ισορροπία στα Βαλκάνια, και άνοιξε τον δρόμο για ελληνικές διεκδικήσεις.
     Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναζήτησαν «αντιστάθμισμα» υπέρ της Ελλάδας. Η Αυστροουγγαρία πήρε τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, η Βρετανία την Κύπρο. Για να διατηρηθεί η ισορροπία, οι Δυνάμεις συμφώνησαν ότι η Ελλάδα έπρεπε να λάβει κάποια εδαφική αποζημίωση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Θεσσαλία και η Άρτα θεωρήθηκαν οι πιο «λογικές» περιοχές.
     Το Συνέδριο ζήτησε επίσημα διαπραγματεύσεις Ελλάδας-Οθωμανών. Οι Δυνάμεις αποφάσισαν ότι η Ελλάδα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπρεπε να ξεκινήσουν άμεσες διαπραγματεύσεις για τα σύνορα. Αυτό οδήγησε στη Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης και τελικά στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (1881), με την οποία η Θεσσαλία και η Άρτα παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα.
   Η Ελλάδα κέρδισε διπλωματικά, όχι στρατιωτικά. Το Συνέδριο του Βερολίνου έδειξε ότι η Ελλάδα μπορούσε να πετύχει εδαφικά κέρδη χωρίς πόλεμο, αρκεί να ευθυγραμμιζόταν με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Αυτό ενίσχυσε την ελληνική διπλωματική στρατηγική και οδήγησε στην επιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων το 1881.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Η δύναμη της εικόνας

Κι αν τα έπεα είναι πτερόεντα, η εικόνα παραμένει στάσιμη· δεν εξελίσσεται μεν, σταθερή «εις τον αιώνα τον άπαντα» δε. Στη σύγχρονη εποχή, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, έχουν αντιληφθεί πλήρως τη δύναμη της εικόνας. Ο αναλφαβητισμός σε κάποιες χώρες είναι υψηλός, από τη μια πλευρά. Από την άλλη πλευρά, οι πολυάσχολοι άνθρωποι δεν διαθέτουν χρόνο για ανάγνωση ή/και μελέτη άρθρων, αναλύσεων και προτιμούν τη γρήγορη μάθηση που προσφέρει μια ζωγραφισμένη εικόνα ή μια μηχανική φωτογραφία. 
    Η κατάλληλη ζωγραφιά ‘τραβάει το μάτι’. Είτε χωρίς σχόλιο ή ημερομηνία, άρα αποκομμένη από το ιστορικοκοινωνικό της πλαίσιο είτε συνοδεύεται με το απαραίτητο σύντομο σχόλιο, που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του αναγνώστη/καταναλωτή, και να ο ιδανικός συνδυασμός (ή παγίδα) που μπορεί να προωθήσει, να επιβάλλει μια ιδέα/προϊόν, να ανυψώσει ή να καταστρέψει προσωπικότητες, να ‘περάσει’ ή να παραποιήσει εντολές και μηνύματα.
Κάτι παρόμοιο, θα λέγαμε, συνέβη στο παρελθόν, όταν δεν υπήρχε τεχνολογία.

Με την εφεύρεση του γραπτού αλφαβήτου περί τον 8ο αιώνα π.Χ., οι πολίτες του ελλαδικού χώρου –κυρίως οι Αθηναίοι– διευκολύνθηκαν στην ανάγνωση. Οι νόμοι καταγράφονταν σε πήλινες πλάκες, αναρτημένες σε δημόσιους χώρους και δεν ήταν δυνατόν να παραποιηθούν ή να αλλαχθούν, όπως γινόταν κατά την περίοδο της προφορικής διάδοσή τους. Η διάδοση της ανάγνωσης ήταν αυτή που βοήθησε την ανάπτυξη της αμφισβήτησης, της κριτικής σκέψης, της επιχειρηματολογίας. Οι πολίτες όχι μόνο διάβαζαν αλλά και 'έβλεπαν' τους νόμους.

Μοσχοφόρος, Μουσείο Ακρόπολης, Αθήνα
αρχαίο Αττικό γλυπτό, χρονολογείται 
περίπου στο 570 π.Χ.


Κατά την πρωτοχριστιανική περίοδο, το ορθόδοξο χριστιανικό ιερατείο υπό το φόβο του ειδωλολατρισμού, απέφευγε όχι μόνο την τοποθέτηση αγαλμάτων στις εκκλησίες αλλά και την εικονική αναπαράσταση προσώπων του θείου δράματος -ακολούθησε, δηλαδή, τα πρότυπα της ανεικονικής τέχνης των ανατολικών θρησκειών. Στη συνέχεια, όμως έκρινε ότι η εικονική τέχνη εξυπηρετούσε στην εκπαίδευση των αγράμματων χριστιανών, αυτών που προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Οι αγιογράφοι, λοιπόν, ανέλαβαν να εξεικονίσουν γεγονότα της χριστιανικής θρησκείας σε φορητές εικόνες. Επιπλέον, οι πιστοί βρισκόμενοι εντός του οίκου του Θεού, είχαν τη δυνατότητα να ‘δουν’ και να διδαχθούν μέσω των εικόνων και των τοιχογραφιών την ιστορία του Χριστιανισμού. 



Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Συνθήκη της Λωζάννης, 1927

Η Συνθήκη υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923 στη Λωζάννη της Ελβετίας (Treaty of Lausanne 1923στην οποία συμμετείχαν: Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ελλάδα, Ρουμανία, Βασίλειο Σέρβων–Κροατών–Σλοβένων. Αυτή η διεθνής συμφωνία καθόρισε τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας όπως τα διαμόρφωσε ο πόλεμος ανεξαρτησίας της. Αντικατέστησε τη Συνθήκη των Σεβρών, η οποία δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Αναγνώρισε την κυριαρχία της Τουρκίας (η οποία παραιτήθηκε από κάθε διεκδίκηση στις πρώην αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Ρύθμισε εδαφικά ζητήματα με Ελλάδα και άλλες χώρες (π.χ., οι προβλέψεις για Αρμενία και για Κουρδιστάν εξαφανίστηκαν στη Λωζάννη). Καθόρισε το καθεστώς των Στενών, αναγνώρισε ρητά την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

 Ρυθμίσεις
Ελλάδα: Η Τουρκία αναγνώρισε την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου (πλην Ίμβρου, Τενέδου και Λαγουσών). Η Ελλάδα αναγνώρισε την τουρκική κυριαρχία και επέστρεψε στην Τουρκία την Ανατολική Θράκη και τη Σμύρνη (τις οποίες κατείχε σύμφωνα με τη Συνθήκη των Σεβρών). Προηγήθηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών (ελληνορθόδοξοι-μουσουλμάνοι), η οποία ρυθμίστηκε με ξεχωριστή συμφωνία. Καθορίστηκε η η ελληνική μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο και η μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη.