Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

μία Μάγδα (Φύσσα) και μία Μαρία (Λεπενιώτη)...

... πρωταγωνίστριες σε δράμα, που δικαίως αποκτά τον χαρακτηρισμό ιστορικό αφού

θα επηρεάσει τον ελληνικό πολιτικό βίο.


 









Ο πατέρας του δολοφονημένου από ρατσιστές 27χρονου Πακιστανού Σαχζάτ Λουκμάν


7 Οκτωβρίου 2020.  Το πολιτικό κόμμα Χρυσή Αυγή (εκλεγμένο ας μην το ξεχνάμε) καταδικάστηκε, για τις εγκληματικές του ενέργειες που στόχο είχαν να πλήξουν το δημοκρατικό πολίτευμα -όχι για τον φασισμό, όχι για την ιδεοληψία περί φυλετικής ανωτερότητας.
 
Ας προσεγγίσουμε την κατάσταση με διαφορετική ματιά μακριά από τσιτάτα, σπέκουλα, χιλιοδοσμένους όρκους για την προστασία της ακριβής μας δημοκρατίας.  Βομβαρδιζόμαστε με 'άψογες' γυναίκες που περιφέρουν την αγένειά τους, τον δήθεν δυναμισμό τους, που αλλάζουν το πρόσωπό τους (μήπως, στα αλήθεια, το μισούν;) με μακιγιάζ, με χειρουργικές επεμβάσεις, με ψηφιακά φίλτρα (πιο ασφαλής τρόπος) προκειμένου να αποσπάσουν εφήμερο θαυμασμό και like. Η αυθεντικότητα, η εσωτερική ομορφιά τείνουν να εξαφανισθούν και τη θέση τους παίρνουν σταδιακά φαντασιακά σύμβολα.
     Έρχονται, λοιπόν, μία Μάγδα και μία Μαρία και ανατρέπουν τα fakes.

Κοντολογίς: Το 2013 μέλος της Χρυσής Αυγής δολοφόνησε τον αντιφασίστα  Παύλο Φύσσα (1979-2013) γιο της Μάγδας. Η Μάγδα-μάνα  με την παρουσία της στο δικαστήριο καθ’ όλη τη διάρκεια της πολύχρονης δίκης, ως άλλη Ερινύα, εξέφραζε όχι μόνο τον δικό της πόνο για τον χαμό του

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2020

Όθων και Βαυαροί στην Ελλάδα 1833–1862


 
Η «Βαυαροκρατία» στην Ελλάδα είναι η περίοδος κατά την οποία ο Όθων του Οίκου των Βίττελσμπαχ (Otto von Wittelsbach, König von Bayern, 1815-1867) και η Βαυαρική Αντιβασιλεία κυβέρνησαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Η περίοδος αρχίζει το 1833 με την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα και την εγκαθίδρυση της Βαυαρικής αντιβασιλείας. Τελειώνει το 1862 με την εξέγερση και έξωσή του. Πρόκειται για εποχή βαθιών μεταρρυθμίσεων αλλά και έντονων αντιδράσεων.
 



Τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια (1831) ακολούθησε επί περίπου τρία χρόνια περίοδος εμφύλιου πόλεμου και βίαιης αναρχίας. Οι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) αποφάσισαν, δίχως να ζητηθεί η γνώμη των Ελλήνων, στη διάσκεψη του Λονδίνου το 1832 ότι το καθεστώς του υπό ίδρυση ακόμη κράτους θα ήταν μοναρχία. Επέλεξαν ως πρώτο βασιλιά της Ελλάδας τον δεκαεπτάχρονο Όθωνα, γιο του φιλέλληνα Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας. Ο Οίκος Βίττελσμπαχ δεν είχε στενούς δεσμούς με κάποια από τις  3 εγγυήτριες δυνάμεις, συνεπώς η επιλογή ήταν αποδεκτή από όλους.
Στο Ναύπλιο (πρωτεύουσα του κράτους) στις 6 Φεβρουαρίου του 1833 αποβιβάστηκε ο ανήλικος βασιλιάς με 'προίκα' δάνειο 3,4 εκατομμυρία φράγκα. Τον συνόδευαν Βαυαροί σύμβουλοι, και περίπου 3.000 μισθοφόροι, στρατολογημένοι από γερμανικά κράτη προκειμένου να αποκαταστήσουν και να επιβάλουν την τάξη.

 [...] 
Η υποδοχή του Όθωνα ήταν πανηγυρική. Περισσότερα από 70 πλοία αρκετών εθνών αγκυροβόλησαν έξω από το Ναύπλιο, με τα ξάρτια τους στολισμένα με σημαίες. Ο Όθων έγινε δεκτός με κανονιοβολισμούς. Όλος ο πληθυσμός ήταν στην ακτή, κοντά στα προϊστορικά τείχη της Τίρυνθας, όπου αποβιβάστηκαν οι νεοαφιχθέντες, τους οποίους συνόδευσε μέχρι την πόλη. [...] Όλοι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της Επανάστασης ήταν εκεί για να τιμήσουν το γεγονός. [...] υπήρχε η ελπίδα ότι ερχόταν στη ζωή μια τρίτη Ελλάδα, η οποία θα καταλάμβανε και πάλι μια λαμπρή θέση στα χρονικά του κόσμου. [...] Έναν χρόνο μετά το γεγονός, επομένως χωρίς την εκ των υστέρων γνώση, ο Παναγιώτης Σούτσος, ο οποίος είχε σπουδάσει στην Ευρώπη, περιέλαβε στο πρώτο μυθιστόρημα που εκδόθηκε στο ανεξάρτητο βασίλειο την αίσθηση την οποία του είχε προκαλέσει η άφιξη του Όθωνα. Ο φανταστικός ήρως αναφωνεί με πάθος: Ω Βασιλεύ της Ελλάδος! Η παλαιά Ελλάς εδωρήσατο εις την Γερμανίαν τα φώτα· δια σου η Γερμανία εζήτησε ν' αποπληρώσει την δωρεάν μετά τόκου, και θέλει να σε ευγνωμονει, βλέπουσά σε αναγεννητήν του πρωτοτόκου λαού της γης.
                                              
ΕΛΛΑΔΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Roderick Beaton, ΠΑΤΑΚΗ, 2019 

 ✔Ωστόσο, έως την ενηλικίωση του Όθωνα (1835) η χώρα κυβερνήθηκε από τριμελή Βαυαρική Αντιβασιλεία· ο κόμης Άρμανσμπεργκ (Count Ludwig Joseph von Armansberg), ως πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας· ο δικηγόρος και μέλος της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών Μάουρερ (Georg Ludwig von Maurer), αρμόδιος για τα θέματα της εκπαίδευσης, της δικαιοσύνης, της θρησκείας, ο Χέιντεκ (Wilhelm von Heideck) υπεύθυνος για τις ένοπλες δυνάμεις ‒στρατό και ναυτικό.  
Η Βαυαροκρατία στην Ελλάδα υπήρξε μια μεταβατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας επιχειρήθηκε σταδιακή σταθεροποίηση του νεοσύστατου κράτους.  Έβαλε τα θεμέλια του σύγχρονου ελληνικού κράτους, εισήγαγε θεσμούς, διοικητικές δομές, νόμους και πρακτικές· π.χ. ίδρυση δικαστηρίων και σύνταξη νέων νόμων,  αναδιοργάνωση εκπαίδευσης (ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1837), ίδρυση εθνικού τακτικού στρατού, ορισμός της ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκέφαλη, προστασία αρχαιοτήτων και ίδρυση αρχαιολογικής υπηρεσίας, ίδρυση τράπεζας και καθιέρωση νομίσματος (της δραχμής), δημιουργία κτηματολογίου.  
            Όμως, η μοναρχική απολυταρχία, το συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης, η κατοχή στις θέσεις-κλειδιά από Βαυαρούς, η στελέχωση του στρατού με Βαυαρούς αξιωματικούς από τον οποίο παραγκωνίστηκαν οι 'άτακτοι΄ ένοπλοι αγωνιστές του 1821 (με αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς πόρο ζωής και να καταλήξουν κλέφτες ή ζητιάνοι), η υψηλή φορολόγηση, ο συνεχής δανεισμός από τις προστάτιδες δυνάμεις για αποπληρωμή προηγούμενων δανείων, η εμπλοκή της στα τρία κόμματα (τα λεγόμενα: ρωσικό με υποστηρικτή τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αγγλικό με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, γαλλικό με τον Ιωάννη Κωλλέτη) προκάλεσαν έντονη κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια.
            Εν τω μεταξύ η δυναμική του έθνους-κράτους στην ευρωπαϊκή γεωπολιτική δυνάμωσε με την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας το 1830 και του Βελγίου υπό τον βασιλιά Λεοπόλδο.  Οι αναγνωρίσεις είχαν ευρείες και σημαντικές επιπτώσεις που έγιναν φανερές το 1848, χρονιά των εθνικών επαναστάσεων στην Ευρώπη.            

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Διάλογος Αθηναίων - Μηλίων, 5ος αι. π.Χ.

Πελοποννησιακός Πόλεμος 431-404 π.Χ.

Το κείμενο του Θουκυδίδη, σε μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδάκου1, παρουσιάζει το δραματικό διάλογο Αθηναίων – Μηλίων με τα παρακάτω:

 

Θουκυδίδου Ξυγγραφή, βιβλίο Ε΄, κεφάλαια 84-116: 84.

 84. Το επόμενο καλοκαίρι ο Αλκιβιάδης έφτασε στο Άργος με είκοσι καράβια κι έπιασε όσους Αργείους θεωρούνταν ακόμη ύποπτοι και άνθρωποι των Λακεδαιμονίων, τριακόσιους άνδρες, και οι Aθηναίοι τους απόθεσαν για ασφάλεια στα κοντινά νησιά, σε όσα εξουσίαζαν. Εκστρατεύσανε επίσης οι Αθηναίοι εναντίον της Μήλου με τριάντα δικά τους καράβια, έξι Χιώτικα και δύο Λεσβιακά, και με χίλιους διακόσιους οπλίτες, τριακόσιους τοξότες και είκοσι ιπποτοξότες Αθηναίους, και περίπου χίλιους πεντακόσιους οπλίτες σύμμαχους νησιώτες. Οι Μήλιοι είναι άποικοι των Λακεδαιμονίων και δεν ήθελαν να γίνουν υπήκοοι των Αθηναίων, όπως οι άλλοι νησιώτες. Στην αρχή κράτησαν ουδετερότητα και έμειναν ήσυχοι. Έπειτα, όταν οι Αθηναίοι μεταχειρίζονταν βία εναντίον τους καταστρέφοντας τη γη τους, έφτασαν σε ανοιχτό πόλεμο. Όταν λοιπόν στρατοπέδευσαν στη γη τους με τη στρατιωτική αυτή ετοιμασία οι στρατηγοί Κλεομήδης του Λυκομήδη και Τεισίας του Τεισιμάχου, και πριν αρχίσουν να την καταστρέφουν, έστειλαν πρέσβεις για να κάνουν πρώτα διαπραγματεύσεις. Τους πρέσβεις αυτούς οι Μήλιοι δεν τους παρουσίασαν στη συνέλευση του λαού, αλλά τους κάλεσαν να πουν αυτά για τα οποία είχαν έρθει στους άρχοντες και τους προκρίτους. Οι Αθηναίοι πρέσβεις είπαν στην ουσία τα εξής:

 85. «Επειδή οι προτάσεις μας δε θα γίνουν προς το λαό, για να μην εξαπατηθεί το πλήθος ακούοντάς μας να εκθέτουμε, σε μια συνεχή αγόρευση, επιχειρήματα ελκυστικά και ανεξέλεγκτα (γιατί καταλαβαίνουμε πως αυτό το νόημα έχει το ότι μας φέρατε μπροστά στους λίγους), σεις οι συγκεντρωμένοι εδώ κάμετε κάτι ακόμη πιο σίγουρο. Μη μας απαντάτε και σεις μ’ ένα συνεχή λόγο αλλά σε κάθε σημείο που νομίζετε πως δε μιλάμε όπως είναι το συμφέρον σας, να μας σταματάτε και να λέτε τη γνώμη σας. Και πρώτα πρώτα πείτε μας αν συμφωνείτε με όσα προτείνουμε».

 86. Οι αντιπρόσωποι των Μηλίων αποκρίθηκαν: «Την καλή σας ιδέα να δώσουμε μεταξύ μας με ησυχία εξηγήσεις δεν την κατακρίνουμε, οι πολεμικές όμως ετοιμασίες που δεν είναι μελλοντικές, αλλά παρούσες ήδη, βρίσκονται σε φανερή αντίθεση με την πρότασή σας αυτή. Γιατί βλέπουμε ότι έχετε 'ρθει σεις οι ίδιοι δικαστές για όσα πρόκειται να ειπωθούν και ότι το τέλος της συζήτησης, σύμφωνα με κάθε  πιθανότητα, θα φέρει σε μας πόλεμο, αν υπερισχύσουμε εξαιτίας του δίκιου μας και γι’ αυτό αρνηθούμε να υποχωρήσουμε, δουλεία αν πειστούμε».

 87. ΑΘ. Αν ήρθατε σ’ αυτή τη συνεδρίαση για να κάμετε εικασίες για τα μελλούμενα ή για τίποτε άλλο, κι όχι, απ’ την τωρινή κατάσταση κι από όσα βλέπετε να σκεφτείτε για τη σωτηρία της πολιτείας σας, μπορούμε να σταματήσουμε, αν όμως ήρθατε γι’ αυτό, μπορούμε να συνεχίσουμε.

 88. ΜΗΛ. Είναι φυσικό και συγχωρείται, στη θέση που βρισκόμαστε, να πηγαίνει ο νους μας σε πολλά, κι επιχειρήματα και σκέψεις. Αναγνωρίζουμε ότι η σημερινή συνάντηση γίνεται βέβαια για τη σωτηρία μας, κι η συζήτηση, αν νομίζετε σωστό, ας γίνει με τον τρόπο που προτείνετε.

 89. ΑΘ. Κι εμείς λοιπόν δε θα πούμε με ωραίες φράσεις μακρούς λόγους, που δεν πρόκειται να σας πείσουν, ή ότι δίκαια έχουμε την ηγεμονία μας, επειδή νικήσαμε τους Πέρσες, ή ότι τώρα εκστρατεύουμε εναντίον σας, επειδή αδικούμαστε, κι από σας ζητούμε να μη νομίσετε πως θα μας πείσετε λέγοντας ή ότι, ενώ είστε άποικοι των Λακεδαιμόνιων, δεν πήρατε μέρος στον πόλεμο στο πλευρό τους ή δε μας κάματε κανένα κακό. Έχουμε την απαίτηση να επιδιώξουμε πιο πολύ να επιτύχουμε τα δυνατά από όσα κι οι δυο μας αληθινά έχουμε στο νου μας, αφού ξέρετε και ξέρουμε ότι κατά την κρίση των ανθρώπων το δίκαιο λογαριάζεται όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του κι ότι, όταν αυτό δε συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται.

 90. ΜΗΛ. Όπως εμείς τουλάχιστο νομίζουμε, είναι χρήσιμο (ανάγκη να μιλάμε γι’ αυτό, επειδή εσείς τέτοια βάση βάλατε στη συζήτησή μας, να αφήσουμε κατά μέρος το δίκαιο και να μιλάμε για το συμφέρον) να μην καταργήσετε σεις αυτό το κοινό καλό, αλλά να υπάρχουν, γι’ αυτόν που κάθε φορά βρίσκεται σε κίνδυνο, τα εύλογα και τα δίκαια και να ωφελείται κάπως αν πείσει, έστω κι αν τα επιχειρήματά του δε βρίσκονται μέσα στα πλαίσια του αυστηρού δικαίου. Κι αυτό δεν είναι σε σας λιγότερο συμφέρον από ό,τι σε μας, γιατί, αν νικηθείτε, θα μπορούσατε να γενείτε παράδειγμα στους άλλους για να σας επιβάλουν την πιο μεγάλη τιμωρία.