Ο όρος στενοχωρία με την κυριολεκτική,
εδαφική του έννοια αναφέρεται στη στενότητα χώρου ή την έλλειψη
διαθέσιμης καλλιεργήσιμης γης. Ετυμολογία: προέρχεται από το στενός + χώρα (χώρος), δηλαδή ο στενός χώρος που προκαλεί «πίεση», είτε αυτή είναι χωρική είτε, μεταφορικά, ψυχική.
Αν και σήμερα η λέξη χρησιμοποιείται σχεδόν
αποκλειστικά για να περιγράψει τη λύπη ή το άγχος, η ιστορική και γεωγραφική
της σημασία είναι η εξής:
Ιστορικό
πλαίσιο. Στην αρχαία Ελλάδα (8ος-7ος αι. π.Χ.), η «στενοχωρία» ήταν
το φαινόμενο κατά το οποίο η αύξηση του πληθυσμού σε συνδυασμό με τις
περιορισμένες πεδινές εκτάσεις δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης. Η έλλειψη γης υπήρξε μία από τις κύριες αιτίες του Β' Μεγάλου
Αποικισμού.




