Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Tα Χριστούγεννα του Αλέξη Ζορμπά





από το βιβλίο
Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη. Γράφτηκε το 1941 και εκδόθηκε το 1946.





[...] Κι ο Ζορμπάς θα ’νιωθε την ίδια γλυκά ταραχή, γιατί μόλις μπήκαμε, χύθηκε κι έσφιξε στην αγκαλιά του τη σημαιοστόλιστη γριά μας τη χιλιαντρούσα. [μαντάμ Ορτάνς]
-Χριστός γεννιέται! φώναξε· χαίρε, γυναικείο φύλο!
Στρωθήκαμε στο τραπέζι, ριχτήκαμε στα φαγιά, ήπιαμε κρασί, χάρηκε η κοιλιά, κουνήθηκε η καρδιά μας. Πήρε πάλι φωτιά ο Ζορμπάς.
-Τρώε και πίνε, μου φώναζε κάθε τόσο, τρώε και πίνε, αφεντικο, σπάσε κέφι, τραγούδησε και συ, μωρέ παιδί, σαν τους τσοπαναραίους: «Δόξα εν υψίστοις!». Γεννήθηκε ο Χριστός, δεν είναι παίξε γέλασε· σύρε τον αμανέ να σε ακούσει ο Θεός, ν’ αναγαλλιάσει κι αυτός ο κακομοίρης· φτάνει τα φαρμάκι που τον ποτίζουμε!
Είχε έρθει στο κέφι, πήρε φόρα.
-Γεννήθηκε ο Χριστός, σοφέ Σολομών, καλαμαρά μου! Μην ψιλοκοσκινίζεις: γεννήθηκε, δε γεννήθηκε; Μωρέ, γεννήθηκε, μην είσαι κουτός! Αν πιάσεις φακό να δεις το νερό που πίνουμε, μου ’πε μια μέρα ένας μηχανικός, θα βρεις, λέει, πως το νερό είναι γεμάτο σκουλήκια, μικρά μικρά, που δεν φαίνουνται στο μάτι. θα δει ςτα σκουλήκια και δεν θα πιείς. Δεν θα πιείς και θα πεθάνεις της δίψας. Σπάσε το φακό, αφεντικό, σπάσε τον, τον άτιμου, ν’ αφανιστούν ευτύς τα σκουλήκια, να πεις νερό να δροσερέψεις!

[…]
Θα ’ταν κοντά ξημερώματα, όταν έφυγα μόνος από τη ζεστή καμαρούλα κι έπαιρνα το δρόμο του γυρισμού. Το χωριό είχε καλοφάει, καλοπιεί, και τώρα κοιμόταν με κλειστά πορτοπαράθυρα κάτω από τα χοντρά χειμωνιάτικα άστρα.
Έκανε κρύο, η θάλασσα μούγκριζε, το άστρο της Αφροδίτης κρεμάστηκε κατά την ανατολή φιλάρεσκο, όλο χορό και παιχνίδι. Πήγαινα γιαλό γιαλό, έπαιζα με τα κύματα, χιμούσαν να με βρέξουν, ξέφευγα, ήμουν ευτυχής, έλεγα: «Ετούτη είναι η αληθινή ευτυχία· να μην έχεις καμιά φιλοδοξία και να δουλεύεις σκυλίσια, σαν να ’χες όλες τις φιλοδοξίες· να ζεις μακριά από τους ανθρώπους και να τους αγαπάς και να μην τους έχεις ανάγκη.
Να ’ναι Χριστούγεννα, να φας, να πιείς καλά, κι ύστερα να ξεφύγεις μόνος απ’ όλα τα δολώματα, και να ’ναι τ’ άστρα από πάνω σου, ζερβά η γης, δεξά η θάλασσα, και να νογάς ξαφνικά πως μέσα στην καρδιά σου η ζωή τέλεψε και το στερνό της τον άθλο κι έγινε παραμύθι».

[…]
Παραμονή της αρχιχρονιάς. Βουερό τσούρμο χωριατόπουλα, μ’ ένα μεγάλο χάρτινο καράβι, ξέπεσε κι ως την παράγκα μας κι άρχισε με ψιλές χαρούμενες φωνές τα κάλαντα. Κίνησε ο Άι-Βασίλης από την Καισάρεια, λόγιος κι αυτός, με χαρτί και καλαμάρι, κι έφτασε στο λουλακί ετούτο κρητικό ακρογιάλι να πλέξει το εγκώμιο του Ζορμπά, εμένα και της ανύπαρχτης «αρχόντισσας κυρίας». Άκουγα, άκουγα, δεν μιλούσα. Ένιωθα να μαδάει πάλι ένα φύλλο, ένας χρόνος, από την καρδιά μου.
-Τι έπαθες, αφεντικό; ρώτησε ο Ζορμπάς, που τραγουδούσε με τους πιτσιρίκους και χτυπούσε το νταούλι· τι έπαθες, μωρέ παιδί μου; Εσύ χλόμιασες, γέρασες, αφεντικό. Εγώ σαν απόψε γίνουμαι πάλι μικρό παιδί· ξαναγεννιέμαι σαν το Χριστό. Πως γεννιέται αυτός κάθε χρόνο; Έτσι κι εγώ.

[…].
Ξημέρωσε.
- Καλημέρα, αφεντικό, χρόνια πολλά!
Η φωνή του Ζορμπά με ξανάριξε απότομα στη γης. Άνοιξα τα μάτια και πρόφτασα τον Ζορμπά να σφεντονίζει στο κατώφλι της παράγκας ένα μεγάλο ρόδι. Τα δροσερά ρουμπίνια τινάχτηκαν ως το κρεβάτι μου, μάζεψα μερικά, τα ’φαγα, δροσίστηκε ο λαιμός μου.
- Καλά κέρδητα, αφεντικό, καλή καρδιά, καλές κοπέλες να μας κλέψουνε! φώναξε ο Ζορμπάς όλο κέφι.
Πλύθηκε, ξουρίστηκε, έβαλε τα καλά του –πανταλόνι από πράσινη τσόχα, γκρίζο σακάκι από σαμαροσκούτι κι ένα κοντογούνι από μεσομαδημένη προβιά κατσίκας· έβαλε το ρούσικο σκούφο του από αστρακάν, έστριψε το μουστάκι.
- Αφεντικό, είπε, εγώ θα πάω να παρουσιαστώ στην εκκλησία, αντιπρόσωπος της Εταιρείας.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Αφορισμός για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, 12 Δεκεμβρίου 1916


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος
(Dominic Theotokopoulos, 1541-1614)

Στις Δεκέμβριο του 1916 ο Βενιζέλος, διακόπτοντας τη σχέση του με τον βασιλέα, σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη με τον ναύαρχο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Δαγκλή και κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και τη Βουλγαρία.
Έβγαλε έναν λόγο για να εξηγήσει την πολιτική του:
«Διακηρύσσομεν», είπε, «κατά τον πλέον απόλυτον τρόπον την πεποίθησίν μας ότι η Ελλάς δεν δύναται να προοδεύση, ούτε καν να υπάρξη χωρίς στενάς και συνεχείς σχέσεις με τας Δυνάμες που κυβερνούν την Μεσόγειον».

Τον Δεκέμβριο ο Κωνσταντίνος εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Βενιζέλου, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Και τη μέρα που γεννήθηκε Εκείνος που θα έλεγε: «Αγαπάτε τον πλησίον σας», σαν τις κάμπιες και τους αρουραίους της Laon το 1120 ο Βενιζέλος αφορίστηκε. 

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Λιλή Ζωγράφου, Χριστούγεννα 1972

Η Λιλή Ζ. βρίσκεται έγκλειστη στην ψυχιατρική κλινική του Λυμπέρη, μετά από απόπειρα αυτοκτονίας.

ΦΩΤΟ: Π.Κ.













Επάγγελμα: πόρνη
Λιλή Ζωγράφου,
που πρωτοεκδόθηκε το 1978









- Ήταν και οι γιορτές, δε λέω. Τίποτα δεν καταστρέφει αυτό το τυραννικό όραμα της ευτυχίας, που αντικρίσαμε κάποτε μέσα από τα παιδικά μας μάτια. Πώς ξεκίνησα έτσι, με κείνη την αλαζονική σιγουριά, πώς κάποτε θα γίνω ευτυχισμένη. Αυτό το γαλάζιο που έπλεα μέσα του δεν μου το διάλυσε η πρώτη αφύπνιση της συνείδησης, της παρατήρησης. Όχι, έλεγα, εγώ θα γίνω κάποτε ευτυχισμένη. Πώς, από ποιόν, εξαιτίας τίνος πράγματος, ανθρώπου, γεγονότος…………….
Οικογένεια, αγάπη, παιδιά, απ’ όλα γεύτηκα, εγκατέλειψα συζύγους, με εγκαταλείψανε εραστές, χτυπιόμουνα, υπέφερα και πάντα το ήξερα πώς δεν μπορούσα να μοιραστώ τη ζωή μου μόνιμα με κάποιον άλλον. Να την προσφέρω, ναι, με πάθος, πίστευα στα πάντα, φώλιαζα, παντρευόμουνα, γεννούσα και τα κατέστρεφα όλα, πάλι από το πάθος της ευτυχίας.
Και ξημερώνουν Χριστούγεννα και προσπαθείς να ζεσταθείς με το λάβαρο της ανεξαρτησίας σου, μα η εικόνα των Χριστουγέννων είναι οι άλλοι, μαζεμένοι γύρω από ένα ολόλαμπρο τραπέζι, τα γυαλιστερά φορέματα, οι θαυμαστές μυρωδιές των φαγητών, τα χαρούμενα μάτια. Δεν θέλω να με καλούν στα ρεβεγιόν τους, φοβούμαι πώς έχουν υποψιαστεί την ερημιά μου και με λυπούνται. Μη συγχέουμε την ερημιά και τη μοναξιά. Τη μοναξιά τη διαλέγουμε. Την ερημιά τη δημιουργεί η απουσία ή η εγκατάλειψη εκείνων που αγαπούμε. Ήθελα να γλιτώσω κι από την πρόσκληση της παραμονής.
Τον λατρεύω τον Θοδωρή, τον φίλο που με κάλεσε. Έχω χάσει πολύ χρόνο της ζωής μου για τους φίλους μου. Ξέρω τόσο καλά τη μοναξιά και ποτέ δεν τους αρνήθηκε τον εαυτό μου αν τον χρειάζονται. Αλλά δεν θα έλειπα από ένα πάρτι, κανείς δεν θα με αναζητούσε. Εξάλλου με είχαν πια εγκαταλείψει χιλιάδες πλάνες, εκτός από μια βεβαιότητα. Δεν φοβήθηκε ποτέ τον θάνατο. Ζούσα σαν αιώνια και ταυτόχρονα σαν να μην υπήρχε αύριο. Η απληστία μου για χαρά έπρεπε να κορεστεί στο σίγουρο σήμερα… Ήξερα πως γεννούνε οι γυναίκες. Ήξερα πως πεινούνε οι άνθρωποι. Πώς εγκαταλείπονται οι εραστές. Ήξερα ακόμη πως αγωνίζονται οι λαοί ν’ αποτινάξουν κάποιο ζυγό. Σ’ αυτή την ηλικία πώς να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς ελπίδα;[…]
Λέω πως η καινούρια μόδα που ήρθε, ξέρετε, τα ασουλούπωτα μακριά φορέματα, τα άβαφτα πρόσωπα, η κατάργηση των τακουνιών, μας πάει. Μετά το πλήγμα που συφόριασε την Ελλάδα, η λιτότητα της εμφάνισης θεωρήθηκε αναγκαία σε παγκόσμια κλίμακα, γιατί η παλιά επιδεικτική κοκεταρία δεν ταιριάζει σε μια πένθιμη εποχή που έχει και παγκόσμιο αντίκτυπο……………
          Ν’ ανακαλύπτεις πως αποκτηνώθηκες καθώς δεν ακούς πια άλλη φωνή να ξεπηδά από μέσα σου, παρά, πεινώ, να φάω… χρόνια στέρησης και πειθαρχίας. Είναι αυτό ελευθερία; Και δεν στερήθηκε για πρώτη φορά επειδή με καταδίκασε η χούντα σε ανεργία! Όχι: Είκοσι εφτά χρόνια τώρα, απ’ όταν αντάρτεψα εγκαταλείποντας την οικογένειά μου και νομοθέτησα τη ζωή μου, περπατώ σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Και οι ακροβάτες ξέρετε πρέπει να ’ναι νηστικοί για να ’ναι κι ανάλαφροι κάνοντας το νούμερό τους. Αυτό το ’λεγα ελευθερία. Την ισόβια πείνα μου. Για πόσα πράγματα δεν έπεισαν τον εαυτό μου πώς είναι περιττά. Και πότε χόρτασα;… αυτό το γενναίο κορμί, το θαρραλέο, που άντεξε τα πάντα, που τ’ άκουσε όλα τα μηνύματα και μου ’φερε άλλα τόσα… τους παλμούς της γης, τη ροή του νερού στα σπλάχνα της, το μεγάλωμα των παιδιών που γεννούσα, το φύτεμα των παιδιών που μου σπέρνανε. Πόσα του χρωστούσα! Η κιβωτός μου είναι [...]
Φοιτητής Ιατρικής:
- Σας γνωρίζω, σας έχω διαβάσει. Όλα όσα έχετε γράψει τα ξέρω. Αποπειραθήκατε ν’ αυτοκτονήσετε πριν πέντε μέρες. Την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς. Να σας ευχηθώ πρώτος ευτυχισμένο το 1973.

[…] το βιβλίο Επάγγελμα: πόρνη, που πρωτοεκδόθηκε το 1978. Κατά την περίοδο νοσηλείας της στην κλινική, υπέστη βιασμό από αρσενικούς. (Η λέξη άνδρας συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη ανδρείος· δεν αξίζει να  χαρακτηρίζονται ανδρείοι, αυτοί που ικανοποιούν τις επιθυμίες τους και δείχνουν την ισχύ τους σε άτομο άρρωστο, ανήμπορο, δεμένο σε κρεβάτι).

©Η δημοσιογράφος, συγγραφέας Λιλή Ζωγράφου γεννήθηκε στις 17 Ιουνίου 1922 στο Ηράκλειο Κρήτης και πέθανε στις 2 Οκτωβρίου του 1998. Ο πατέρας της Ανδρέας ήταν εκδότης της εφημερίδας «Ανόρθωσις» και υποστηριχτής του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η κόρη της ήταν η ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη.