Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια
στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 στο Ναύπλιο παραμένει ένα από τα πιο τραυματικά και
αμφιλεγόμενα γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ιστορικό
Το πρωί της
27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Καποδίστριας
κατευθυνόταν στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Στην είσοδο τον
πλησίασαν οι Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης. Ο Γεώργιος τον μαχαίρωσε,
ενώ ο Κωνσταντίνος τον πυροβόλησε (σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή). Ο Κυβερνήτης
πέθανε ακαριαία.
Σύμφωνα με την
παραδοσιακή ιστοριογραφία η δολοφονία ήταν πράξη βεντέτας της οικογένειας
Μαυρομιχάλη. Αφορμή ήταν η σύλληψη και φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από
τον Καποδίστρια. Ο Γεώργιος εκτελέστηκε επιτόπου από τη φρουρά, ενώ ο
Κωνσταντίνος σκοτώθηκε λίγο αργότερα.
Σύγχρονες έρευνες και δημοσιεύματα θέτουν υπό αμφισβήτηση την απλή εκδοχή
της βεντέτας. Γίνεται λόγος για πιθανή πολιτική εκτέλεση. Παρουσιάζονται μαρτυρίες
που υποστηρίζουν ότι οι Μαυρομιχαλαίοι ίσως δεν ήταν οι μόνοι δράστες, αλλά ήταν
«αναλώσιμοι κρίκοι» σε μεγαλύτερο σχέδιο. Στον τόπο της δολοφονίας υπήρχαν πολλά
ύποπτα πρόσωπα, κάτι που παραπέμπει σε οργανωμένη επιχείρηση. Επιπλέον, σύγχρονες
πηγές αναδεικνύουν πιθανή εμπλοκή στη δολοφονία ξένων παραγόντων λόγω της
ανεξάρτητης πολιτικής του Καποδίστρια και αφήνουν υπόνοιες κυρίως για πρόσωπα βρετανικών
συμφερόντων, με το επιχείρημα ότι δεν «ανοίγονται» τα σχετικά αρχεία του
Foreign Office. Οι ιατροδικαστικές αντιφάσεις ενισχύουν την αμφισβήτηση. Η
επίσημη εκδοχή μιλά για μικρό μαχαίρι, αλλά η έκθεση αναφέρει τραύμα 9
εκατοστών, που παραπέμπει σε βαρύτερο όπλο. Η σφαίρα που εκτίθεται στην
εκκλησία ίσως δεν σχετίζεται με τη δολοφονία.
Το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα ήταν συγκρουσιακό. Η κοινωνία βρισκόταν σε βαθιά εσωτερική κρίση η οποία
οφειλόταν στη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας, η οποία με τη σειρά της προκαλούσε
ανισότητα ανάμεσα στον φτωχό λαό και τους
πλούσιους μπέηδες, κοτζαμπάσηδες, που μάλιστα απαιτούσαν πολεμικές αποζημιώσεις
αλλά και να μην φορολογούνται. Ο Καποδίστριας, μπάρμπα Γιάννης για τον λαό,
προσπαθούσε το χάος που βρήκε να το μεταβάλλει σε κράτος. Η επιβολή φόρων
προκειμένου να δημιουργήσει ισχυρό κεντρικό κράτος, προκάλεσε τις αντιδράσεις
από τοπικούς προκρίτους και στρατιωτικούς. Η αντιπολίτευση (Μαυροκορδάτος,
Κωλέττης) είχε φτάσει σε σημείο ανοιχτής ρήξης με τον Κυβερνήτη.
Οι Μεγάλες
Δυνάμεις είχαν ανταγωνιστικά συμφέροντα στην Ελλάδα
-Κύρια επιδίωξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν η ενίσχυση της επιρροής
της στους ορθόδοξους χριστιανικούς λαούς που θα διευκόλυνε την πρόσβασή της στη Μεσόγειο και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών στον Νότο (Στενά Βοσπόρου -Δαρδανελίων). Η Ρωσική
Αυτοκρατορία έχοντας μακροχρόνια αντιπαλότητα με την Οθωμανική, έβλεπε την
Ελλάδα ως μέρος του ευρύτερου «Ανατολικού Ζητήματος», επομένως ενδιαφερόταν για
την παρουσία της στο Αιγαίο Πέλαγος συνεργαζόμενη με ένα ισχυρό, φιλικό
ελληνικό κράτος και με κυβερνήτη τον Καποδίστρια, πρώην Υπουργό Εξωτερικών της
Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
-Η Βρετανική Αυτοκρατορία γνωρίζοντας τα σχέδια της Ρωσικής (θα
χρησιμοποιούσε την Ελλάδα ως «προγεφύρωμα» για επέκταση προς τη Μεσόγειο και θα
δημιουργούσε ένα ρωσικό προτεκτοράτο στα Βαλκάνια) ήθελε να εμποδίσει τη ρωσική
κάθοδο στο Αιγαίο ‒όπως άλλωστε την είχε εμποδίσει το 1829 (Συνθήκη της Αδριανούπολης, 1829). Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών George Canning (1770-1827)
υποστήριζε την αναγνώριση της Ελλάδας μεν, επιδιώκοντας μια αυτόνομη αλλά
ελεγχόμενη Ελλάδα υπό βρετανική επιρροή, δε. Μάλιστα, το 1825 η ελληνική
κυβέρνηση είχε ζητήσει από τη Βρετανία να επιλέξει μονάρχη, ουσιαστικά
προσφέροντας καθεστώς βρετανικού προτεκτοράτου. Επομένως, δεν ήθελε έναν ισχυρό,
συγκεντρωτικό και φιλορωσικό Καποδίστρια.
-Η δε Γαλλική Αυτοκρατορία επεδίωκε τη διατήρηση του ρόλου της στη
διαμόρφωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους στη Μεσόγειο, την αποτροπή
μονομερούς δράσης της Ρωσίας και τον περιορισμό Βρετανίας. Θέλοντας να
πλασαριστεί ως ισχυρό κράτος, η Γαλλία συμμετείχε στην κοινή επέμβαση υπέρ των
Ελλήνων (Ναυμαχία του Ναυαρίνου, 1827). Ενδιαφερόταν περισσότερο για την
ισορροπία δυνάμεων.