Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια
στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 στο Ναύπλιο παραμένει ένα από τα πιο τραυματικά και
αμφιλεγόμενα γεγονότα της Nεότερης Eλληνικής Iστορίας.
Ο Καποδίστριας (1776-1831) είναι ο πρώτος «Κυβερνήτης της Ελλάδος» (1828-1831). Η ορκωμοσία του τελέστηκε στην Αίγινα στις 28 Ιανουαρίου του 1828 στην Αίγινα, μετά την εκλογή του από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση,
σηματοδοτώντας την επίσημη έναρξη της διακυβέρνησης του νεοσύστατου ελληνικού
κράτους.
Ήδη από το
Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 1830, αν και δεν θεσπίζεται από τις Μεγάλες Δυνάμεις επίσημα
πολιτειακό καθεστώς ‒δηλαδή σύνταγμα, θεσμοί ή μορφή διακυβέρνησης), προδιαγράφεται ότι η Ελλάδα θα είναι μοναρχία,
αφού αναφέρεται ότι η Ελλάδα θα
κυβερνηθεί από έναν κληρονομικό ηγεμόνα, τον Γερμανό πρίγκιπα Λεοπόλδο
του Σαξ-Κόμπουργκ (Leopold von Sachsen-Coburg und Gotha, 1790-1865). Ο οποίος παραιτήθηκε
πριν αναλάβει, θεωρώντας την ελληνική επικράτεια μικρή· έναν χρόνο μετά έγινε ο πρώτος
Βασιλιάς των Βέλγων (1831-1865). Προαποφασισμένη και προδιαγεγραμμένη από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις η απομάκρυνση του Καποδίστρια;
Ιστορικό
Το πρωί της
27ης Σεπτεμβρίου 1831 ο Καποδίστριας
κατευθυνόταν στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Στην είσοδο τον
πλησίασαν οι Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης. Ο Γεώργιος τον μαχαίρωσε,
ενώ ο Κωνσταντίνος τον πυροβόλησε. Ο Κυβερνήτης
πέθανε ακαριαία. Η σφαίρα είναι ακόμη ορατή στην εκκλησία.
Σύμφωνα με την
παραδοσιακή ιστοριογραφία η δολοφονία ήταν πράξη βεντέτας της οικογένειας
Μαυρομιχάλη. Αφορμή ήταν η σύλληψη και φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από
τον Καποδίστρια. Ο Γεώργιος εκτελέστηκε επιτόπου από τη φρουρά, ενώ ο
Κωνσταντίνος σκοτώθηκε λίγο αργότερα.
Σύγχρονες έρευνες και δημοσιεύματα θέτουν υπό αμφισβήτηση την απλή εκδοχή
της βεντέτας. Γίνεται λόγος για πιθανή πολιτική εκτέλεση. Παρουσιάζονται μαρτυρίες
που υποστηρίζουν ότι οι Μαυρομιχαλαίοι ίσως δεν ήταν οι μόνοι δράστες, αλλά ήταν
«αναλώσιμοι κρίκοι» σε κάποιο μεγαλύτερο σχέδιο. Στον τόπο της δολοφονίας υπήρχαν πολλά
ύποπτα πρόσωπα, κάτι που παραπέμπει σε οργανωμένη επιχείρηση. Επιπλέον, σύγχρονες
πηγές αναδεικνύουν πιθανή εμπλοκή στη δολοφονία ξένων παραγόντων λόγω της
ανεξάρτητης πολιτικής του Καποδίστρια και αφήνουν υπόνοιες κυρίως για πρόσωπα βρετανικών
συμφερόντων, με επιχείρημα ότι δεν «ανοίγονται» τα σχετικά αρχεία του
Foreign Office. Οι ιατροδικαστικές αντιφάσεις ενισχύουν την αμφισβήτηση. Η
επίσημη εκδοχή μιλά για μικρό μαχαίρι, αλλά η έκθεση αναφέρει τραύμα 9
εκατοστών, που παραπέμπει σε βαρύτερο όπλο.
Το συγκρουσιακό πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα Η κοινωνία βρισκόταν σε βαθιά εσωτερική κρίση η οποία
οφειλόταν στη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας, η οποία με τη σειρά της προκαλούσε
ανισότητα ανάμεσα στον φτωχό λαό και τους
πλούσιους μπέηδες, που μάλιστα απαιτούσαν άμεσα πολεμικές αποζημιώσεις. Ο σχεδόν ασκητικός κοσμοπολίτης, Καποδίστριας προσπαθούσε το χάος που βρήκε να το μετατρέψει σε κράτος -ηράκλειος άθλος. Η επιβολή φόρων
προκειμένου να δημιουργήσει ισχυρό κεντρικό κράτος, προκάλεσε τις αντιδράσεις
από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες, προκρίτους και στρατιωτικούς. Δεν ήταν πρόθυμοι οι προνομιούχοι επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να συνταχθούν σε ένα σύγχρονο κράτος, να μετατραπούν δηλαδή σε πολίτες με φοροδοτικές υποχρεώσεις. Και όχι μόνον αυτό. Ο Καποδίστριας προσπαθούσε να ρυθμίσει, προς όφελος των άπορων πολιτών (ο μπάρμπα Γιάννης τους), το ζήτημα της διανομής των εθνικών γαιών. Η ανοιχτή ρήξη με την αντιπολίτευση (Μαυροκορδάτος με αγγλικό κόμμα,
Κωλέττης με γαλλικό) ήταν αναπόφευκτη.
Η αρχή του τέλους, θα λέγαμε, του Καποδίστρια είναι η κατάληψη του ναυστάθμου
του Πόρου στις 13 Ιουλίου 1831 και η στη συνέχεια πυρπόληση της φρεγάτας «Ελλάς»
και της κορβέτας «Ύδρα» στον Πόρο την 1η Αυγούστου 1831, από τον Υδραίο ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη ‒τον πρωταγωνιστή του ναυτικού αγώνα του 1821. «Μεγαλουργόν έγκλημα», κατά τον ρομαντικό ποιητή Αλέξανδρο Ραγκαβή, η πυρπόληση που κατέστρεψε τον ελληνικό στόλο -η φρεγάτα «Ελλάς» αγοράστηκε με χρήματα ελληνοαμερικάνων. Ο
Υδραίος Μιαούλης, υποστηρικτής του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, συμμετείχε στον
αντικαποδιστριακό αγώνα κυρίως των Μανιατών κοτσαμπάσηδων και των Υδραίων καραβοκύρηδων επειδή τα συμφέροντα τους απειλούνταν από την πολιτική του Καποδίστρια.
Οι τρεις αυτοκρατορίες είχαν ανταγωνιστικά συμφέροντα στην Ελλάδα
-Κύρια επιδίωξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ήταν η ενίσχυση της επιρροής
της στους ορθόδοξους χριστιανικούς λαούς που θα διευκόλυνε την πρόσβασή της στη Μεσόγειο Θάλασσα και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών στον νότο (Στενά Βοσπόρου - Δαρδανελίων). Η Ρωσική
Αυτοκρατορία έχοντας μακροχρόνια αντιπαλότητα με την Οθωμανική, έβλεπε την
Ελλάδα ως μέρος του ευρύτερου «Ανατολικού Ζητήματος». Προφανώς, ενδιαφερόταν για
την παρουσία της στο Αιγαίο Πέλαγος συνεργαζόμενη με ένα ισχυρό, φιλικό
ελληνικό κράτος και με κυβερνήτη τον Καποδίστρια, τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών του τσάρου Αλέξανδρου Α΄ (1777-1825).
-Η Βρετανική Αυτοκρατορία γνωρίζοντας τα σχέδια της τσαρικής Ρωσίας, ήθελε να εμποδίσει την κάθοδό της στο Αιγαίο ‒όπως άλλωστε την είχε εμποδίσει το 1829 (Συνθήκη της Αδριανούπολης, 1829). Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών George Canning (1770-1827)
υποστήριζε την αναγνώριση της Ελλάδας μεν, επιδιώκοντας μια αυτόνομη αλλά
ελεγχόμενη Ελλάδα υπό βρετανική επιρροή, δε. Μάλιστα, το 1825 η ελληνική
κυβέρνηση είχε ζητήσει από τη Βρετανία να επιλέξει μονάρχη, ουσιαστικά
προσφέροντας καθεστώς βρετανικού προτεκτοράτου. Η Μεγάλη Βρετανία ήταν καχύποπτη για τις διαθέσεις του κυβερνήτη Καποδίστρια, αλλά και για τις διαθέσεις του (νέου) τσάρου Νικόλαου Α΄ (1825-1855).
-Η Γαλλική Αυτοκρατορία επεδίωκε τη διατήρηση του ρόλου της στη
διαμόρφωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους στη Μεσόγειο, γι' αυτό συμμετείχε στην κοινή επέμβαση υπέρ των
Ελλήνων (Ναυμαχία του Ναυαρίνου, 1827). Επίσης, ενδιαφερόταν για τη διατήρησης της ισορροπίας δυνάμεων και ενεργούσε για την αποτροπή μονομερούς δράσης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και τον περιορισμό της Μεγάλης Βρετανίας.
-Η Αυτοκρατορία των Αψβούργων συνέχιζε την πολιτική για τη διατήρηση του Ancien Régime μέσω του Υπουργού Εξωτερικών της Μέτερνιχ, ο οποίος ήρθε σε λεκτικές διαμάχες με τον Καποδίστρια.
-Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως χώρα υπό διάλυση, προσπαθούσε να αποτρέψει την περαιτέρω απώλεια εδαφών και την ενίσχυση
των χριστιανικών κρατών στα Βαλκάνια.
👉«Στη στεριά – γράφει ο Τ.
Βουρνάς – επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζαμπάση και
στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που
κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασιά ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας,
Παλαμήδι ο Γρίβας και ο Στράτος) τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο
πληθυσμό… Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης
λόγω της ανασφάλειας. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές.
Είκοσι πέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανώνταν χωρίς καμιά μισθοδοσία ή ενίσχυση,
ενώ οι μοναδικές δημόσιες πρόσοδοι (δεκάτη και τελωνειακές εισπράξεις του
Αναπλιού) δε λειτουργούσαν. Κράτος, δηλαδή, και στην πιο υποτυπώδη του έννοια
δεν υπήρχε». haniotikanea: για τον Μοριά
👉 Τη δολοφονία του
Καποδίστρια, ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος και ακραία βία. Οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις αποφάσισαν και ενθρόνισαν τον Όθωνα (1832), με τον οποίο ξεκινά η
Βαυαροκρατία στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα για μια ακόμα φορά εξαρτάται ‒και
εμπλέκεται, θέλοντας και μη‒ από τα power games των ισχυρών κρατών. 👉 Η Αίγινα υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα της νεότερης Ελλάδας κατά την περίοδο
1828–1829. Η πόλη της Αίγινας επιλέχθηκε ως ασφαλής έδρα για τη διοίκηση του
Καποδίστρια, μετά την περίοδο των εμφύλιων ταραχών. Το νησί λειτούργησε ως το
διοικητικό, πολιτικό και πνευματικό κέντρο του νεοσύστατου κράτους,
φιλοξενώντας σημαντικές κυβερνητικές υπηρεσίες και το πρώτο
Ορφανοτροφείο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου