Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Ακάθιστος Ύμνος εψάλει μετά από 1394 χρόνια

ως επίκληση στην Παναγία, αυτή τη φορά στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας (24 Ιουλίου 2020)




Η Ιστορία προχωρά, προσπερνά, χαράσσει την πορεία της ‒δεν είναι ο στεγνός, άχρωμος δάσκαλος που τιμωρεί. Μάλλον είναι άστοχη η άποψη ότι ένα γεγονός, μία προσωπικότητα αλλάζει τον ρου της Ιστορίας, δεδομένου ότι πρόκειται για μακρά διαδοχή απρόβλεπτων γεγονότων. Μέσω των δυνάμει πολυάριθμων προοπτικών δεν είναι προβλέψιμη  η πορεία της Ιστορίας ή ο σκοπός της  -αν μπορεί να γίνει λόγος για καθορισμένο σκοπό της Ιστορίας.  
Η μελέτη του παρελθόντος συμβάλει στον εντοπισμό διαφορετικών επιλογών στο παρόν αλλά και στην στην όσο το δυνατόν καλύτερη  κατανόηση των σύγχρονων πολιτικών τακτικών που ακολουθούνται προκειμένου να ολοκληρωθεί ένα μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο.

Με αφορμή την απόφαση του Τούρκου πρωθυπουργού Ερντογάν Ρετζέπ Ταγίν για μετατροπή του χριστιανικού ναού της του Θεού Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τζαμί αναφέρω κάποια πραγματολογικά στοιχεία. Όχι γιατί υπερασπίζομαι την αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας· στην Ιστανμπούλ (πρώην Κωνσταντινούπολη) κατοικεί μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων και οποιαδήποτε επιχείρηση μεταβολής της υπάρχουσας κατάστασης πολύ απλά σημαίνει πόλεμο. 
     Αναφέρω ιστορικά στοιχεία επειδή εκτιμώ ότι είναι λάθος να μελετάμε την ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας και με ένα νοητικό άλμα να υπερβαίνουμε ιστορία περίπου 2.000 ετών και να βρισκόμαστε στο έτος 1830, έτος ίδρυσης του Βασιλείου της Ελλάδος. Η σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας, η οποία αναπνέει εδώ και χιλιάδες  χρόνια στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας, είναι αδύνατον να κατανοηθεί χωρίς τη γνώση της Βυζαντινών χρόνων. Ο Βυζαντινισμός (γλωσσική ελληνοποίηση + ρωμαϊκός νόμος + χριστιανισμός) συνέβαλε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας. Η ιστορία του ναού της του Θεού Αγίας Σοφίας είναι συνυφασμένη με την ιστορία της Κωνσταντινούπολης. 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2020

Τέχνη Μπαρόκ, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, ΕΠΟ 40

φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη
για την ΕΠΟ 40 του ΕΑΠ
Peter Paul Rubens, 1577-1640



Art Baroque







Το κύρος της Ρωμαιοκαθολικής Eκκλησίας είχε πληγεί από τη διαμαρτυρία για τον τρόπο λειτουργίας της από τον κληρικό-θεολόγο Μαρτίνο Λούθηρο (1483-1546). Η αντεπίθεση της Εκκλησίας, που ήδη είχε ξεκινήσει με αλλαγές στους κόλπους της μετά την άλωση της Ρώμης (το 1527) από τον ισπανό λουθηρανό Κάρολο Ε΄, επικυρώθηκε στη Σύνοδο του Τρέντο (1545-1563). Έδωσε σαφείς οδηγίες στο πλαίσιο της Αντιμεταρρύθμισης στους καλλιτέχνες ώστε η απεικόνιση θρησκευτικών θεμάτων πιο συγκινησιακή. Κατά τον Ισπανό Ιγνάτιο Λογιόλα (1491-1556), ιδρυτή του Τάγματος των Ιησουιτών, ο ερεθισμός των αισθήσεων θα συνέβαλε στην πνευματική φώτιση των πιστών. Το καλλιτεχνικό ρεύμα Μπαρόκ (1600-1750) γεννήθηκε στη Ρώμη· στόχος του ήταν να εξάρει τον θρίαμβο του Καθολικισμού στην περίοδο που ο αιματηρός Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648) των Καθολικών με τους Προτεστάντες συγκλόνιζε την Ευρώπη.[1] Το Μπαρόκ εξαπλώθηκε στη Νότια Ευρώπη και έφτασε έως την Κεντρική και Νότια Αμερική που είχαν κατακτηθεί από την καθολική Ισπανική αυτοκρατορία. Σημαντικός αρχιτέκτονας της εποχής ο Μπερνίνι (Bernini Lorenzo, 1598-1680) απέδωσε εικαστικά τη μεγάλη αγκαλιά της Εκκλησίας: δύο τεράστιοι βραχίονες κιονοστοιχιών περιβάλλουν την οβάλ πλατεία που βρίσκεται μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό. Η προπαγάνδα συνοψίζεται στα λόγια του Μπερνίνι: [οι βραχίονες] «αγκαλιάζουν τους καθολικούς για να ενδυναμώσουν την πίστη τους, τους αιρετικούς για να τους συμφιλιώσουν με την εκκλησία, και τους απίστους για να τους διδάξουν την πραγματική πίστη».[2] 


 
Blenheim Palace
Αρχιτεκτονική
Ο όρος Μπαρόκ, προέρχεται από την πορτογαλική λέξη barroco= παραμορφωμένο μαργαριτάρι. Οι κριτικοί τέχνης τον 17ο αιώνα έκριναν τα αρχιτεκτονήματα, που απομακρύνονταν από τους κανόνες της Κλασικής Αρχαιότητας, ως παράδοξα. Το 1764 ο Winckelmann στο βιβλίο του Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας αναφέρει ότι το Μπαρόκ
επιχείρησε να απομακρυνθεί από «τη φύση και την κλασική Αρχαιότητα». Ενώ το 1855 ο Ελβετός ιστορικός τέχνης Heinrich προσέδωσε αυτονομία στο Μπαρόκ και από το απάλλαξε αρνητικό φορτίο. Η παπική Ρώμη έγινε ξανά θεολογικό και λαμπρό καλλιτεχνικό κέντρο.[3]

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Γενιά του '30

Η Γενιά του ’30 δεν γεννήθηκε στο κενό. Είναι παιδί του Μεσοπολέμου, μιας εποχής γεμάτης ρήξεις, αβεβαιότητας και αναζήτησης νέων εκφραστικών τρόπων. Η ποίηση και η πεζογραφία τους δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς το ιστορικό υπόβαθρο που τους διαμόρφωσε. Ο Μεσοπόλεμος (1919-1939) είναι περίοδος οικονομικής κατάρρευσης, πολιτικής αστάθειας, κοινωνικής αποξένωσης, αμφισβήτησης των παλιών βεβαιοτήτων.

Οι νέοι Έλληνες λογοτέχνες βλέπουν ότι ο παλιός Ρομαντισμός και ο παλιός Παρνασσισμός δεν μπορούν να εκφράσουν τον νέο κόσμο. Χρειάζεται νέα γλώσσα, νέα μορφή, νέα θέαση. Απαιτήσεις που στρέφουν τη σκέψη προς τον Μοντερνισμό
        Η Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 δεν νοείται ως ένα ακόμα ιστορικό γεγονός, μετουσιώνεται σε υπαρξιακό τραύμα. Η απώλεια του ελληνισμού της Ανατολής, ο ερχομός 1,2 εκατομμυρίων κακοποιημένων προσφύγων, φτωχών και πλούσιων, επαγγελματιών και καλλιτεχνών συνταράσουν την Ελλάδα· την μεταμορφώνουν εμπλουτίζοντας την κοινωνικά και πολιτισμικά στον ίδιο χρόνο που την επιβαρύνουν οικονομικά. Στο πλαίσιο της real politik  η αίσθηση της «Μεγάλης Ιδέας» καταρρέει. Η Γενιά του ’30 μεγαλώνει, δρα, σκέφτεται σε αυτό το περιβάλλον. Η ποίησή της εκφράζει τη νοσταλγία, την απώλεια, αναζητά νέα εθνική ταυτότητα. Σεφέρης, Ελύτης, Θεοτοκάς  ‒όλοι κουβαλούν αυτό το χρέος.
        Η παλιά εθνική αφήγηση έχει καταρρεύσει. Η Γενιά του ’30 αναζητά νέα αφήγημα περί της ελληνικότητας, δεν ικανοποιεί η φολκλορική έκφραση ούτε η αρχαιολατρική. Ψάχνει το φως, τη γη, τον μύθο, την καθημερινότητα, το Αιγαίο. Η ελληνικότητα γίνεται βίωμα, όχι ιδεολόγημα. Ο Σεφέρης ανανοηματοδοτεί την περιπλάνηση του Οδυσσέα ως περιπλάνηση του σύγχρονου εξόριστου, πρόσφυγα. Ο Ελύτης για το Αιγαίο ως υπαρξιακό τοπίο. Ο Θεοτοκάς για την ανάγκη ανανέωσης.    
      Η κρίση στη μεσοπολεμική Ευρώπη παράγει νέα ρεύματα:  υπερρεαλισμός, εξπρεσιονισμός, μοντερνισμός με κύριους εκφραστές τον Έλιοτ,  τον Πάουντ, τον Τζόυς, τον Προυστ, τον Λόρκα. Η διεθνής πρωτοπορία φτάνει στην Ελλάδα μέσω των Ελλήνων λογοτεχνών που ταξιδεύουν, διαβάζουν, μεταφράζουν. Ανακαλύπτουν ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι θραυσματική, υπαινικτική, συμβολική, εσωτερική. Ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος φέρνουν τον υπερρεαλισμό.  Ο Σεφέρης φέρνει τον έμμεσο, στοχαστικό μοντερνισμό, Ο Ελύτης τον μεταμορφώνει σε ελληνικό φως. Ο Ελύτης και ο Σεφέρης γίνονται σημεία αναφοράς για το πώς η Ελλάδα μπορεί να μιλήσει μοντέρνα χωρίς να χάσει τον εαυτό της.
      Η κοινωνική και πολιτική αστάθεια στη χώρα γεννά εσωτερικότητα. Πραξικοπήματα, δικτατορίες, διχασμός, φτώχεια. Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου είναι μια χώρα σε διαρκή κρίση. Οι ποιητές στρέφονται προς την εσωτερικότητα, προς τον μύθο, προς τον συμβολισμό, προς την υπαινικτικότητα. Η ποίηση γίνεται τρόπος να μιλήσουν για την εποχή χωρίς να την κατονομάζουν. Μετά τον Σεφέρη, ο Έλληνας ποιητής δεν είναι απλώς τεχνίτης του στίχου είναι στοχαστής, μάρτυρας της εποχής, φορέας ιστορικής μνήμης. Η Γενιά του ’30 δεν ήταν μόνο ποιητική. Οι πεζογράφοι ‒όπως ο Θεοτοκάς, ο Μυριβήλης, ο Βενέζης‒ άνοιξαν τον δρόμο για ψυχογραφική αφήγηση, μοντέρνα δομή, εσωτερικό μονόλογο, τη θεματική της μνήμης και του τραύματος.