Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Ο ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΗ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ Ναυσικάς Αλειφέρη ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ 'ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ-ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ' ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΟΙΧΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, ΜΑΡΤΙΟΣ 2015

Εικ. 1. Γιάννης Τσαρούχης: Ο Σκεπτόμενος, 1939

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
O ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης γεννήθηκε το 1909 στην Αθήνα και πέθανε το 1989. Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας μεταξύ άλλων έλαβε μέρος σε τοπικές και διεθνείς εκθέσεις ζωγραφικής, ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία θεάτρου, τον σχεδιασμό θεατρικών κοστουμιών, την αντιγραφή τοιχογραφιών στα Μετέωρα και στον Μυστρά, μελέτησε τις λαϊκές ενδυμασίες, δίδαξε στη Δραματική Σχολή Σταυράκου (1953) αλλά και στο «Ιωνικό κέντρο» ζωγραφικής στη Χίο (1981).[1]

Ο «ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΣ» 

Στη σύγχρονη εποχή η εις βάθος μελέτη της Βυζαντινής τέχνης είχε ως αποτέλεσμα τον συσχετισμό της με τον Εξπρεσιονισμό και την αναβάθμιση της θέσης της στην ιστορία της Τέχνης.[2] Έτσι, το εγχείρημα του Γιάννη Τσαρούχη να συνθέσει ελληνοβυζαντινά και ευρωπαϊκά στοιχεία στα έργα του έχει ιδιαίτερη αξία. Οι ελληνικές επιρροές είχαν προέλθει από τη μαθητεία τού Τσαρούχη στο εργαστήριο του βυζαντινολάτρη Κόντογλου, τη γνωριμία του με τον ζωγράφο λαϊκής τέχνης Θεόφιλο, τη γνωριμία του με τον Σπαθάρη, δημιουργό του Καραγκιόζη. Ενώ κατά τη διάρκεια της ετήσιας παραμονής στο Παρίσι (1934-35) ο Τσαρούχης είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τα πρωτοπόρα καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως τον Φωβ (fauvre= αγρίμια), τον Κυβισμό, τον Εξπρεσιονισμό.[3]             

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ





ΓΙΑΝΝΗΣ
(31/12/1909-20/7/1989)













… Μίλησα για ψάξιμο και για πειράματα αλλά δεν μίλησα και για μια άλλη εργασία που έχω κάνει στη ζωή μου και που κάνω ακόμα, που είναι ίσως η πιο σημαντική. 
Η συνεχής ανάκριση που κάνω στον εαυτό μου όχι πάντα τέλεια, για να μάθω ποιος είμαι ελπίζοντας ότι θα φτάσω σε μια ευτυχία πιο σταθερή αν το βρω αυτό.
Περιστοιχιζόμενος από πολλούς ανθρώπους που έχουν βασίσει τη ζωή τους σε μια τέτοια στάση απέναντί της, που συνοψίζεται με τις λέξεις δήλωση, δίπλωμα, αξιοποίηση, διορισμός, η ζωή μου ήταν δύσκολη και όχι πολύ ευτυχισμένη.

Όλα αυτά που έκανα για τη μάθηση είναι απαραίτητα και δύσκολα 
μα το δικαίωμα να τολμάς να είσαι καλλιτέχνης
σ’ το δίνει ο σεβασμός και θαυμασμός σου χωρίς όρια της ζωής.

Το παιδικό μου όνειρο να γίνω ένας καλός ζωγράφος αναγκαστικά μετετράπη σ’ ένα ιδανικό διαφορετικό, που συνίστατο στο να μάθω που βρίσκομαι και που πατώ. Έπρεπε να γκρεμίσω τους επαρχιώτικους ενθουσιασμούς των επιπόλαιων που εθαύμαζαν τη Δύση και να γνωρίσω το αληθινό πρόσωπο της Δύσεως και την αληθινή ιστορία των σχέσεών μας με αυτήν. 
Από την άλλη μεριά, έπρεπε να φυλάγομαι καλά από τον επαρχιώτικο βαλκανικό φανατισμό, τον διψασμένο για συνθήματα εύκολα εύκολες παρηγοριές για τη σύγχυσή του και για το αίσθημα κατωτερότητας που τον καταπλάκωνε.


Προσπάθησα ν’ αφεθώ πάντα ελεύθερος στα ρεύματα, για να καταλαβαίνω ποια είναι η αληθινή μου αντοχή. Τα λάδια και τα σχέδια της Πινακοθήκης έγιναν μεταξύ 19340-35, στην Ελλάδα και μεταξύ 1935-36 στο Παρίσι. Το Παρίσι και τα μουσεία με οδήγησαν από τον σουρεαλισμό στο ρεαλισμό.
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ,   εκδ. ΑΓΡΑ, Αθήνα 2000.


ΙΔΡΥΜΑ ΤΣΑΡΟΥΧΗ Γ:





Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΗΣ

Ο Παρθένης (1878-1967) σπούδασε ζωγραφική στη Βιέννη και ήταν ο πρωτοπόρος έλληνας καλλιτέχνης που κάλυψε τη μεγάλη γκάμα καλλιτεχνικών νεωτεριστικών τάσεων του 19ου και 20ού αιώνα (Ιμπρεσιονισμό, Συμβολισμό, Κυβισμό).
Μεγάλο γυμνό (1920-1925)

Η τάση (προερχόμενη και επιβεβλημένη από τους Βαυαρούς καθηγητές) της Σχολής των Καλών Τεχνών της Αθήνας (ιδρύθηκε το 1836)  ήταν ο Ακαδημαϊσμός (υπακοή στους κανόνες ζωγραφικής, παραδοσιακή ηθογραφία). Έτσι, ο ανατρεπτικός Παρθένης δεν έγινε δεκτός ως καθηγητής στη Σχολή το 1923 (κυβέρνηση Πλαστήρα-Γονατά) με τη δικαιολογία ότι ήταν οπαδός του Φουτουρισμού: «… ελευθεριάζουσιν υπό όλως νεωτεριστικήν αντίληψιν μη συνάδουσαν απολύτως προς τα ακαδημαϊκάς παραδόσεις». 


Η μεσολάβηση του Ελευθέριου Βενιζέλου -υποστηρικτής της νεωτερικής τέχνης και κατά του Ακαδημαϊσμού- και η προσωπική φιλία του Παρθένη με τον δημοκράτη Αλέξανδρο Παπαναστασίου, διευκόλυναν το διορισμό του ζωγράφου στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας το 1929. Ο Παρθένης -καθώς πλήθος μαθητών συνέρρεε στο εργαστήριό του (στην Καλλιθέα) και εκδήλωνε έντονο ενδιαφέρον για τον Delacroix, Cezanne, κ.ά,- δέχτηκε πόλεμο από τους συντηρητικούς καθηγητές, οι οποίοι ανησυχούσαν όχι μόνον για την ανατροπή του status quo της Σχολής αλλά και για το ενδεχόμενο να αλλάξουν οι καλλιτεχνικές προτιμήσεις τού αγοραστικού κοινού -των αστών- και να χάσουν οι καθηγητές το μονοπώλιο στην αγορά Τέχνης. Ο Παρθένης παραιτήθηκε από τη Σχολή το 1947.

Ευαγγελισμός (1910-11)