Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Προκόπιος, Άννα Κομνηνή

φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη για το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (βαθμός 9,2)

Ιστοριογράφοι της Πρώιμης και Μέσης βυζαντινής περιόδου
Προκόπιος (6ος αι. μ.Χ.), Άννα Κομνηνή (11ος αι. μ.Χ.)

Ανέκδοτα ή Απόκρυφη ιστορία
του Προκόπιου

Εισαγωγή

Η ιστοριογραφία είναι η σημαντικότερη πτυχή της βυζαντινής λογοτεχνίας. Κατά την Πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος-7ος αιώνας) ο Χριστιανισμός εδραιώθηκε και έτσι η Ιστορία αποδεσμεύτηκε από τη θρησκευτική θεώρηση∙ στη «θύραθεν» ιστορία θέση πια είχαν τα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα.[1]  Στη Μέση βυζαντινή περίοδο (8ος-12ος αιώνας), με γεγονότα αναφοράς το Σχίσμα της χριστιανικής Εκκλησίας (1054) και τη μάχη στο Ματζικέρτ (1071), γίνονταν προσπάθειες ετεροπροσδιορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας της Ανατολικής Ρωμανίας σε σχέση και με τον πολιτισμό των λατινόφωνων της Δύσης και παραδοσιακά με τον πολιτισμό των βάρβαρων λαών της Ανατολής.
            Με τον ιστοριογράφο «πολύ Προκόπιο»[2]  –κατά την Γλύκατζη-Αρβελέρ– και το έργο Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία που  έγραψε το 550 θα ασχοληθούμε στην πρώτη ενότητα. Ο Προκόπιος (490/507-562) επί αυτοκρατορίας Ιουστινιανού (482-565) ήταν νομικός σύμβουλος και γραμματέας του στρατηγού Βελισσάριου· πήρε μέρος σε αρκετές στρατιωτικές αποστολές και εκστρατείες.[3]
Στη δεύτερη ενότητα μέσα από τα προοίμια της «Απόκρυφης ιστορίας» του Προκόπιου και του έργου της Άννας Κομνηνής (1083-1153) με τίτλο «Αλεξιάς», θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής ιστοριογραφίας όπως διαμορφώθηκαν στην πάροδο των χρόνων.
Στην τρίτη ενότητα θα "διαβάσουμε" το προφίλ της Άννας Κομνηνής, όπως η ίδια το αναδεικνύει στο προοίμιο της «Αλεξιάδας»: κόρη με υψηλή μόρφωση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού  (1048-1118) .

           
Προκόπιος

Ο Προκόπιος στα Ανέκδοτα εξιστορεί «με κάθε λεπτομέρεια»[4] τις βδελυρές πράξεις του βασιλικού ζεύγους (Ιουστινιανός και Θεοδώρα) αλλά και του αρχιστράτηγου Βελισσάριου. Ο Ιουστινιανός εμφανίζεται ως «ηγεμών των δαιμόνων»[5], που σφετερίστηκε κτήματα και πλούτισε εις βάρος των ευγενών». Ο Βελισσάριος, κατά τον Προκόπιο, είναι ανίσχυρος άντρας, υπάκουος στις αυτοκρατορικές διαταγές. Επίσης, στο βιβλίο γίνεται –με αρνητικό πρόσημο– εκτενής και λεπτομερής αναφορά στην ερωτική δράση της Θεοδώρας.[6] Για του λόγου το αληθές ο Προκόπιος
στο προοίμιο ισχυρίζεται: «από την καταγγελία μου δεν λείπουν μάρτυρες»[7].
Ο Προκόπιος στο βιβλίο Υπέρ των πολέμων αφηγείται τους πολέμους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού κατά των Περσών, των Γότθων, των Βανδάλων.[8] Στο δε έργο Περί κτισμάτων περιγράφονται εκατοντάδες κτίσματα (φρούρια, εκκλησίες, ανάκτορα) της Κωνσταντινούπολης αλλά και της περιφέρειας που κατασκευάστηκαν επί Ιουστινιανού, δραστηριότητα που μαρτυρά και τη φιλοδοξία του.[9] Το ύφος των δυο προαναφερθέντων βιβλίων είναι εγκωμιαστικό (άλλωστε γράφτηκαν κατ’ εντολή του Ιουστινιανού), όπως άρμοζε στην τότε αυλική λογοτεχνία. Αντιθέτως, τα «Ανέκδοτα» με το υβριστικό και καταγγελτικό ύφος θυμίζουν ρητορικό λόγο του 4ου αι. π.Χ., που κυριαρχούσε η λοιδορία, η διαβολή. Ο χαρακτηρισμός, «τύραννος»[10] στο προοίμιο της «Απόκρυφης ιστορίας» προφανώς αφορά τον Ιουστινιανό καθώς είχε διαπιστωθεί από την αρχαιότητα ότι οι τύραννοι με στόχο τη λαϊκή εύνοια εφάρμοζαν πολιτική κοινωφελών έργων –μάλιστα κατά τον Πλάτωνα η τυραννία ήταν «το τέταρτο και χειρότερο πολίτευμα».[11]
Ο Προκόπιος ως μελετητής γνώριζε ότι αυτά που γράφει «ούτε πιστευτά θα φανούν ούτε φυσικά στις επόμενες γενιές»[12]. Έκδηλη η ανησυχία του ιστορικού για  την υστεροφημία του: «μήπως με περάσουν για μυθοπλάστη και με κατατάξουν στους τραγικούς ποιητές».[13] Ο Προκόπιος ακολουθώντας και ο ίδιος τη μέθοδο του αντικειμενικού ιστορικού γνωρίζει ότι οι μεταγενέστεροι θα επιλέξουν και θα διασταυρώσουν πληροφορίες από παλαιότερες συγγραφές. Με βεβαιότητα, λοιπόν, δηλώνει ότι οι σύγχρονοί του θα «μεταβιβάσουν με αδιαμφισβήτητο τρόπο στις επόμενες γενιές ότι τα γεγονότα έχουν αποδοθεί σωστά»[14]. Πράγματι, το ύφος του εν λόγω βιβλίου ήταν γρίφος για τους μεταγενέστερους μελετητές –αν, δηλαδή, το σύγγραμμα ανήκει στον Προκόπιο ή σε κάποιον «ψευτο-Προκόπιο». Μετά από φιλολογικές και ιστορικές έρευνες αποδείχθηκε ότι τα τρία συγγράμματα έχουν τον ίδιο συγγραφικό πατέρα.[15] 


Χαρακτηριστικά της βυζαντινής ιστοριογραφίας

Οι βυζαντινοί ιστοριογράφοι γράφουν σε λόγια αρχαϊζουσα γλώσσα και ακολουθούν την κλασική μέθοδο: η ιστορία έχει ηγετοκεντρικό χαρακτήρα και γραμμική αφήγηση (διαδοχική σειρά γεγονότων που βρίσκονται σε σχέση «προηγούμενου-επόμενου, αιτίας-αποτελέσματος»[16]). Ζητούμενο της ιστοριογραφίας είναι η παρουσίαση ή η αποκάλυψη της αλήθειας για την αναζήτηση της οποίας οι ιστοριογράφοι, καθώς φιλοδοξούσαν να γράψουν ιστορία αντικειμενική, προσέφευγαν σε έγκυρες γραπτές μαρτυρίες (κρατικά έγγραφα, επιστολές, χρυσόβουλα) και σε πληροφορίες αυτόπτων ή αυτήκοων μαρτύρων.[17] Επιπλέον μετά τον 10ο αιώνα οι λόγιοι είχαν πρόσβαση στους θησαυρούς των «εγκυκλοπαιδειών».[18]
Ο σκοπός της συγγραφής δηλώνεται στο προοίμιο –ένα από τα μέρη του ρητορικού λόγου. Η αποκάλυψη των ποταπών έργων των αρχόντων είναι ο σκοπός των «Ανεκδότων». Μετά από "εσωτερική πάλη", που προσδίδει ψυχολογική ένταση στο κείμενο, «τρέμω από το φόβο μου», «δεν πρόκειται όμως να δειλιάσω», «κάτι που μου δίνει θάρρος» αποφασίζει να αποκαλύψει «τις αιτίες[19] των γεγονότων» που είχε αποσιωπήσει στην εργογραφία του[20]. Ο λόγος του Προκόπιου είναι καταγγελτικός και ταυτόχρονα συμβουλευτικός: «σίγουρα εκείνοι που θα κυβερνήσουν στο μέλλον θα καταλάβουν πολύ καθαρά ότι δεν είναι καθόλου απίθανο να πληρώσουν ακριβά για τα λάθη τους».[21] Ο μεν Προκόπιος αυτοπαρουσιάζεται και αυτοεπιβεβαιώνεται ως αντικειμενικός ιστορικός που συνέδεε (στα άλλα έργα του) πάντα τα γεγονότα «με τον χρόνο και τον τόπο στον οποίο διαδραματίστηκαν»[22]. Η δε Κομνηνή καθώς για πρώτη φορά ασχολείται με συγγραφή έργου, δεν χρησιμοποιεί την αυτοαναφορικότητα όπως ο Προκόπιος, αλλά καυχιέται για την καταγωγή της[23] και αυτοσυστήνεται ως «η Άννα, κόρη των βασιλέων Αλέξιου Α΄ Κομνηνού και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη»[24]. Στο προοίμιο δηλώνει ξεκάθαρα πως σκοπός του συγγράμματός της είναι να φανερώσει τα έργα του πατέρα της ώστε να μην «ξεγλιστρήσουν σε λήθης βυθούς»[25].
Η υψηλή μόρφωση εξασφάλιζε λαμπρή καριέρα καθώς υπήρχαν πολλές τελετές στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, εκδηλώσεις στους δήμους, και γινόταν απαγγελία λογοτεχνικών κειμένων.[26] Η τέχνη της ρητορικής (η οποία διδασκόταν από την ηλικία των 11 ετών[27]) είχε προπαιδευτικό χαρακτήρα: «ευγλωττίας χάριν και γυμνασίας νου»[28]. Σε ελληνόφωνο περιβάλλον η κλασική παιδεία κατά την Κομνηνή[29] κοσμούσε το πνεύμα, η οποία είχε διαβάσει «προσεκτικά» τη ρητορική, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη. Άλλωστε, ο τίτλος «Αλεξιάς» παραπέμπει στο «Ιλιάς», ενώ το χωρίο του Ομήρου «τον αναίτιον αιτιόωνται»[30] κοσμεί το προοίμιο. Η φιλομαθής Κομνηνή δεν παραλείπει να αναφερθεί και σε ένα επεισόδιο από την Παλαιά Διαθήκη που αφορά «τον Χαμ, τον γιο του Νώε»[31].
Οι βυζαντινοί ιστοριογράφοι συνέχιζαν την ιστορία από το σημείο που είχε τελειώσει ο προηγούμενος. Τα «Ανέκδοτα» όμως, ούτε προσθέτουν ούτε διακόπτουν τη ροή της Ιστορίας∙ λειτουργούσαν μάλλον αυτόνομα στο περιθώριο της Ιστορίας ως βιογραφία προσωπικοτήτων, με πολύτιμες πληροφορίες ωστόσο. Η Κομνηνή πιάνει το νήμα της ιστορίας από το σημείο που το άφησε ο σύζυγός της Βρυένιος Νικηφόρος. Ιδιαίτερη αξία είχε η καταγραφή γεγονότων που ήταν και βιώματα του συγγραφέα, τα οποία αρκετές φορές απέκλειαν την πολυτέλεια της αντικειμενικότητας. Έτσι, ο Προκόπιος στο Υπέρ των πολέμων περιγράφει τη Στάση του Νίκα (532), «το επίσημο γεύμα στο ανάκτορο του Γελιμέρου», και μιμούμενος τον Θουκυδίδη περιγράφει τον μεγάλο λοιμό του 542.[32] Από την Κομνηνή μαθαίνουμε –μεταξύ άλλων– ένα τραγουδάκι που τραγουδούσαν οι Κωνσταντινοπολίτες το 1087 μετά την έγκαιρη αντιμετώπιση μιας δολιοφθοράς εναντίον του Αλέξιου Α΄: «Το Σάββατον της Τυρινής χαρείς, Αλέξιε, ενόησές το, και την Δευτέραν το πρωί, είπα καλώς γεράκιν μου».[33] Και ενώ οι συγγραφείς έγραφαν τη σύγχρονη ιστορία η μίμηση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας διαμόρφωσε την παράδοξη συνήθεια της διατήρησης των αρχαίων ονομάτων σε σύγχρονους λαούς. Έτσι, η Κομνηνή ονομάζει Κέλτες τους Φράγκους που είχαν αναμιχτεί με αρχαίους κέλτικους λαούς.[34] Ο δε Προκόπιος για τους κατοίκους της Ελλάδας συνόδευε τον παλαιότερο όρο Έλλην με τη λέξη "Γραικός".[35]
Κατά τη βυζαντινή περίοδο η σπουδή της αρχαιοελληνικής γραμματείας –στο μέτρο, βέβαια, που δεν έθιγε χριστιανικά δόγματα– ήταν βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης. Η τάση, όμως, παρά την εμφάνιση των αναγεννήσεων[36] έκλινε προς τον Χριστιανισμό. Έτσι, ο Ιουστινιανός έκλεισε τη Σχολή της Αθήνας το 529 αποκλείοντας τους «εθνικούς» διδάσκαλους από την εκπαίδευση.[37] Η δε πολιτική που ακολούθησε ο Αλέξιος Α΄, ήταν ξεκάθαρα υπέρ του Χριστιανισμού∙ αποκλείοντας τη «θύραθεν παιδεία», ανέθεσε την εκπαίδευση στο ορθόδοξο πατριαρχείο.[38] Η χριστιανική θεώρηση είναι εμφανής στη λογοτεχνία. Οι χρονογράφοι έγραφαν ότι τα «δεινά» των ανθρώπων οφείλονταν στη θεϊκή τιμωρία.[39] Ο Προκόπιος υιοθετώντας την ίδια αντίληψη στα έργα του μιλάει για τον χριστιανικό Θεό και όχι για την «τύχη»[40]. Παρ’ όλα αυτά είναι τόσο μεγάλο το μένος του Προκόπιου για τον Ιουστινιανό που στα Ανέκδοτα, παρουσιάζεται αυτός ως υπεύθυνος για τις φυσικές καταστροφές αλλά και για τις βαρβαρικές επιθέσεις.[41] Η δε Κομνηνή, θεωρεί ότι η επιβράβευση έρχεται από τον «επουράνιο [χριστιανικό] Θεό»[42] –συνεπώς και η τιμωρία.


Άννα Κομνηνή
 
ΑΛΕΞΙΑΣ
Ρέων ο χρόνος ακάθεκτα και αεί τι κινούμενος παρασύρει και παραφέρει πάντα τα εν γενέσει και ες βυθόν αφανείας καταποντοί όπου μεν ουκ άξια λόγου πράγματα, όπου δε μεγάλα τε και άξια μνήμης, και τα τε άδηλα φύων κατά την τραγωδίαν και τα φανέντα αποκρυπτόμενος.[43] Η Κομνηνή –η μοναδική ιστοριογράφος της βυζαντινής περιόδου– που καυχιέται ότι, μεταξύ άλλων, έχει σπουδάσει «αστρονομία, μαθηματικά και μουσική»[44] δίνει στο σύγγραμμα επιστημονικό κύρος από το προοίμιο καθώς αρχίζει με ένα αξίωμα από τον χώρο των θετικών επιστημών: «ο χρόνος κυλάει ακάθεκτος» και έχει «αέναη φύση».
Ο Προκόπιος στα Ανέκδοτα δίνει απλοϊκή αλλά εν μέρει ορθολογική αιτιολόγηση: «εξαιτίας της απειρίας»[45] γίνονται βδελυρές πράξεις. Έτσι προκύπτει ότι η παροχή γνώσης και πληροφόρησης είναι υποχρέωση του ιστοριογράφου. Η δε Κομνηνή επηρεασμένη αρκετά από τους χριστιανικούς ηθικούς νόμους πιστεύει ότι «ο φθόνος και η ζήλια δεν τους αφήνουν να δουν το σωστό»[46]. Ο ιστοριογράφος, κατά την Κομνηνή, οφείλει να κάνει την υπέρβαση, «να ξεχάσει την αγάπη και το μίσος»[47] προκειμένου να μην παραποιεί την αλήθεια και να παρουσιάζει την ιστορία με αντικειμενικό ύφος. Βέβαια η ίδια, ως μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να είναι αμερόληπτη, εκ προοίμιου γίνεται αντιληπτό: θα κατακρίνει το έργο «όχι βέβαια ως δικό του λάθος [του Αλέξιου Α΄], αλλά ως αποτέλεσμα των περιστάσεων»[48].
Η κόρη αυτοκράτορα δεν θα μπορούσε παρά να έχει έναν αξιοθαύμαστο σύζυγο όπως ο Νικηφόρος Βρυέννιος. Η Κομνηνή για την παρουσίαση του Βρυέννιου χρησιμοποιεί τη ρητορική έκφραση[49]. Από έξω προς τα μέσα: «εξαιρετική ομορφιά», «άκρα σωφροσύνη», «ακρίβεια λόγου», συμμετείχε «στις εκστρατείες εναντίον των βαρβάρων», επιδίδεται στη συγγραφή και «γενικότερα σε κάποιο πνευματικό έργο».[50]


Επίλογος

Οι βυζαντινοί ιστορικοί διαχειρίζονταν τις πληροφορίες χωρίς εμβάθυνση στην ουσία των κειμένων αλλά και χωρίς κριτική άποψη. Έτσι εξηγείται η παράθεση στο προοίμιο της «Αλεξιάδας» ετερόκλητων προσωπικοτήτων, πολιτισμών, δοξασιών: ο Ρωμαίος Αλέξιος Α΄ που διακρινόμενος σε πολέμους κατάφερε να αναρριθεί στο υψηλότερο πολιτειακό αξίωμα∙ η παγανιστική λήθη[51] με τους βυθούς της∙ ο αρχαϊκός μυθοπλάστης Όμηρος· οι φιλόσοφοι Πλάτωνας και Αριστοτέλης αναζητητές της αλήθειας∙ ο "ειρηνικός" Χριστιανισμός με την εξ αποκαλύψεως αλήθεια∙ ο έρμαιος Νώε προερχόμενος από τον ανατολικό –και βάρβαρο για την ελληνική αρχαιότητα– ιουδαϊκό λαό∙ οι «βάρβαροι Σύροι» πρώην ρωμαιοχριστιανική κτήση μετέπειτα αραβομουσουλμανική. Σε ένα προοίμιο αποτυπώνεται η παγκόσμια ιστορία δεκάδων αιώνων. Αυτή η επίδειξη ευρυμάθειας εκ μέρους της Κομνηνής είναι πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση της πνευματικής κατάστασης των λογίων της εποχής της.
Βέβαια και ο ο Προκόπιος στο προοίμιο των «Ανέκδοτων» αναφέρει τη Σεμίραμης και τον Σαρδανάπαλο βασιλείς της Ασσυρίας αλλά και τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Νέρωνα.[52], αλλά ως παραδείγματα προς αποφυγή. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο Προκόπιος είναι περισσότερο ορθολογική, ασκώντας και πολιτική κριτική: «εκείνοι που θα κυβερνήσουν στο μέλλον θα καταλάβουν πολύ καθαρά ότι δεν είναι καθόλου απίθανο να πληρώσουν ακριβά για τα λάθη τους»[53].


Βιβλιογραφία

-Αλμπάνη Ζ., Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, τόμ. Β, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 1999.
-Βερέμης Θ., Γιαννόπουλος Ι., Ζουμπάκη Σ., Ζύμη Ελ., Ιωάννου Θ., Μαστραπάς Α., Ελληνική Ιστορία, τόμ. Α, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2002.
-Γιαννόπουλος Ιω., Κατσιαμπούρα Γ., Κουκουζέλη Α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμ. Β΄, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2000.
-Γιάννου Τρ., Γ. Δανέζης, Β. Κατσαρός, Γ. Μωυσείδου, Μ. Πέττα,  Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, τόμ. Γ, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001.
-Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελ., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1988.
-Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελ., Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2016.
-Ζαμαρόφσκυ Β., Θεοί και ήρωες του αρχαίου κόσμου, τόμ. 3, μτφρ. Λαζ. Μάλλιος και Ελ. Πουπτή, εκδ. Ηλιάδης, Αθήνα 1978.
-Κάλφας Β. & Ζωγραφίδης Γ. Αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι, εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα 2008.
-Κομνηνή Άν., Αλεξιάς, μτφρ. Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2005.
-Παπαρρηγόπουλου Κ., Π. Καρολίδη,-Γ. Αναστασιάδη, Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμ. Ζ, (επμλ. Αναστασιάδη Γ.), εκδ. Αγγελάκη, Αθήνα 1993.
-Μπούρας Θ. Χ., Ιστορία της αρχιτεκτονικής, τόμ. Β΄, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 2001.
-Προκοπίου Καισάρεως, Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, μτφρ. Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2010.
-Σβορώνος Γ. Νίκος, Το ελληνικό έθνος, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004.

Hunger H., Βυζαντινή λογοτεχνία, τόμ. Β, μτφρ. Ταξιάρχης Κόλλιας, Κατερίνα Σινέλλη, Γ.Χ. Μακρής, Ιωάννης Βάσσης, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1997.




[1]. Γιάννου Τρ., Γ. Δανέζης, Β. Κατσαρός, Γ. Μωυσείδου, Μ. Πέττα,  Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, τόμ. Γ, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001, σ. 97.
[2].  Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελ., Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2016, σ. 27.
[3]. Hunger H., Βυζαντινή λογοτεχνία, τόμ. Β, μτφρ. Ταξιάρχης Κόλλιας, Κατερίνα Σινέλλη, Γ.Χ. Μακρής, Ιωάννης Βάσσης, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1997, σ. 78.
[4]. Προκοπίου Καισάρεως, Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, μτφρ. Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2010, σ. 27.
[5]. Hunger H., ό.π., σ. 82.
[6]. Hunger H., ό.π., σ. 82.
[7]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π., σ. 28.
[8]. Γιάννου Τρ., κ.ά., ό.π., σ. 102.
[9]. Ο ιστορικός δίνει την περιγραφή του μνημείου «Αγία του Θεού Σοφία», λέγοντας για τον τρούλο: «αεί διαγελά η ημέρα». Βλ. Μπούρας Θ. Χ., Ιστορία της αρχιτεκτονικής, τόμ. Β, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 2001, σσ. 107, 128, 130, 134.
[10]. «...θα πάθουν τα ίδια από τους τυράννους…». Βλ. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π., σ. 29.
[11]. Γιαννόπουλος Ιω., Κατσιαμπούρα Γ., Κουκουζέλη Α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμ. Β, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2000, σ. 94.
[12]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π., σ. 28.
[13]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π.,  σ. 28.
[14]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π., σ. 28.
[15]. Γιάννου Τρ., κ.ά., ό.π., σ. 103.
[16]. Βερέμης Θ., Γιαννόπουλος Ι., Ζουμπάκη Σ., Ζύμη Ελ., Ιωάννου Θ., Μαστραπάς Α., Ελληνική Ιστορία, τόμ. Α, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2002, σσ. 36-37.
[17]. Γιάννου Τρ., κ.ά., ό.π., σσ. 99, 100.
[18]. Ο εγκυκλοπαιδισμός είναι όρος μεταγενέστερος που αφορά τη συλλογή και καταγραφή της έως τότε γραμματείας. Πνευματικός άθλος του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου (919-959 μ.Χ.). Βλ. Γιάννου Τρ., κ.ά., ό.π., σ. 104.
[19]. Κατά τον Αριστοτέλη «γνωρίζουμε κάτι όταν μόνον όταν συλλάβουμε το γιατί του» (Φυσικά 194b19). Βλ. Κάλφας Β. & Ζωγραφίδης Γ. Αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι, εκδ. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα 2008, σ. 150.
[20]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π.,  σσ. 27-28.
[21]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π., σ. 28.
[22]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π.,  σ. 27.
[23]. Από την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο το όνομα του ένδοξου στρατιωτικού καθιερώθηκε ως επώνυμο της οικογένειας και κατ’ επέκταση της δυναστείας. Βλ. Γλύκατζη-Αρβελέρ Ελ., Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1988, σ. 62.
[24]. Κομνηνή Άν., Αλεξιάς, μτφρ. Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2005, σ. 31.
[25]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 31.
[26]. Γιάννου Τρ., κ.ά., ό.π., σ. 64.
[27]. Γιάννου Τρ., κ.ά., ό.π., σ.  66
[28]. Γιαννόπουλος Ιω., κ.ά. ό.π., σ. 339.
[29]Και έστιν ιδείν και Λατίνον ενταύθα παιδοτριβούμενον και Σκύθην ελληνίζοντα και Ρωμαίον τα των Ελλήνων συγγράμματα μεταχειριζόμενον και τον αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα, γράφει στην «Αλεξιάδα» η Κομνηνή. Βλ. Σβορώνος Γ. Νίκος, Το ελληνικό έθνος, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 67.
[30]. Βλ. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 32.
[31]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 32.
[32]. Hunger H., ό.π., σσ. 78-79.
[33]. Παπαρρηγόπουλου Κ., Π. Καρολίδη,-Γ. Αναστασιάδη, Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμ. Ζ, (επμλ. Αναστασιάδη Γ.), εκδ. Αγγελάκη, Αθήνα 1993, σ. 57.
[34]. Παπαρρηγόπουλου Κ., κ.ά., ό.π., σ. 28.
[35]. Σβορώνος Γ., ό.π., σ. 62.
[36]. Βυζαντινές αναγεννήσεις καλούνται οι πνευματικές τάσεις που μιμούνταν τα πολιτισμικά προϊόντα της κλασικής αρχαιότητας (γλώσσα, λογοτεχνία, τέχνη). Βλ. Αλμπάνη Ζ., Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, τόμ. Β, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 1999, σ. 28
[37]. Γιαννόπουλος Ιω., κ.ά. ό.π., σ. 340.
[38]. Κατάργηση του «αξιώματος του ύπατου των φιλοσόφων» και ενίσχυση των κέντρων ορθοδοξίας. Βλ. Γιαννόπουλος Ιω., κ.ά. ό.π., σ. 349.
[39]. Γιάννου Τρ., κ.ά., ό.π., σ. 109.
[40]. Hunger H., ό.π., σ. 24.
[41]. Hunger H., ό.π., σσ. 81-82.
[42]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 32.
[43]. Βλ. Γιαννόπουλος Ιω., κ.ά. ό.π., σ. 334.
[44]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 31.
[45]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π., σ. 28.
[46]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 32.
[47]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 32.
[48]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 32.
[49]. Ρητορικό προγύμνασμα χρήσιμο για την με σαφήνεια και ακρίβεια περιγραφή ανθρώπων, αντικειμένων, κτιρίων, κ.ά. Βλ. Γιάννου Τρ., ό.π., σ. 76.
[50]. Κομνηνή Άν., ό.π., σ. 33.
[51]. Η Λήθη, ποτάμι της λησμονιάς, από την οποία έπιναν νερό οι ψυχές, προκειμένου να  ξεχάσουν το παρελθόν τους, πριν την κάθοδο στον Άδη. Βλ. Ζαμαρόφσκυ Β., Θεοί και ήρωες του αρχαίου κόσμου, τόμ. 3, μτφρ. Λαζ. Μάλλιος και Ελ. Πουπτή, εκδ. Ηλιάδης, Αθήνα 1978, σ. 485.
[52]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π.,  σ. 29.
[53]. Προκοπίου Καισάρεως, ό.π.,  σ. 28.