Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017

Serge Noiret: Ο καθένας μας είναι ιστορικός του παρελθόντος του


Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη

Ο ιστορικός Serge Noiret γεννήθηκε στο Βέλγιο, όμως ζει στην Ιταλία περισσότερη από τη μισή του ζωή, εργαζόμενος στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας. Με ειδίκευση στη σύγχρονη ιστορία, σύντομα έστρεψε το επιστημονικό του ενδιαφέρον στους σύγχρονους τρόπους και τα μέσα διαμόρφωσης της ιστορικής συνείδησης, ασχολούμενος με νέα ερευνητικά πεδία, όπως αυτό της δημόσιας και της ψηφιακής ιστορίας. Από το 2012 είναι πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τη Δημόσια Ιστορία (International Federation for Public History). Πρόσφατα βρέθηκε στη χώρα μας, προσκεκλημένος ομιλητής στο επιστημονικό συνέδριο για τη «Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα», που διεξήχθη στον Βόλο (30/8-1/9). Με την ευκαιρία αυτή, συζητήσαμε μαζί του για τη δημόσια ιστορία και το ρόλο της στις σύγχρονες κοινωνίες

* Τι είναι η δημόσια ιστορία και γιατί είναι τόσο σημαντική;
Θα έλεγα ότι η δημόσια ιστορία είναι σημαντικότερη κι από την ίδια την ακαδημαϊκή ιστορία, που απευθύνεται σε αρκετά περιορισμένο κοινό. Η δημόσια ιστορία ασχολείται με την ιστορία που βρίσκεται γύρω μας. Ερμηνεύει το παρελθόν για διαφορετικά ακροατήρια, διαφορετικές κοινότητες ανθρώπων, σε διάφορα επίπεδα, από το τοπικό μέχρι το παγκόσμιο, χρησιμοποιώντας ποικίλα μέσα, ιδιαίτερα το Διαδίκτυο, ένα από τα σημαντικότερα κανάλια διάδοσης της δημόσιας ιστορίας παγκοσμίως, απ' όπου οι ακαδημαϊκοί ιστορικοί απουσιάζουν. Είναι εντέλει πολύ σημαντική για τον καθένα μας, γιατί ο καθένας μας είναι ιστορικός του παρελθόντος του, κατά κάποιον τρόπο.

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Ιστοριογράφοι: Προκόπιος, Άννα Κομνηνή - Αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλολογία

Ανέκδοτα ή Απόκρυφη ιστορία
του Προκόπιου

Bαθμός 9,2

φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη για το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ΕΛΠ 21




Ιστοριογράφοι της Πρώιμης και Μέσης βυζαντινής περιόδου
Προκόπιος (6ος αι. μ.Χ.), Άννα Κομνηνή (11ος αι. μ.Χ.)


Εισαγωγή
Η ιστοριογραφία είναι η σημαντικότερη πτυχή της βυζαντινής λογοτεχνίας. Κατά την Πρώιμη βυζαντινή περίοδο (4ος-7ος αιώνας) ο Χριστιανισμός εδραιώθηκε και έτσι η Ιστορία αποδεσμεύτηκε από τη θρησκευτική θεώρηση∙ στη «θύραθεν» ιστορία θέση πια είχαν τα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα.[1]  Στη Μέση βυζαντινή περίοδο (8ος-12ος αιώνας), με γεγονότα αναφοράς το Σχίσμα της χριστιανικής Εκκλησίας (1054) και τη μάχη στο Ματζικέρτ (1071), γίνονταν προσπάθειες ετεροπροσδιορισμού της πολιτισμικής ταυτότητας της Ανατολικής Ρωμανίας σε σχέση και με τον πολιτισμό των λατινόφωνων της Δύσης και παραδοσιακά με τον πολιτισμό των βάρβαρων λαών της Ανατολής.
       Με τον ιστοριογράφο «πολύ Προκόπιο»[2]  –κατά την Γλύκατζη-Αρβελέρ– και το έργο Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία που  έγραψε το 550 θα ασχοληθούμε στην πρώτη ενότητα. Ο Προκόπιος (490/507-562) επί αυτοκρατορίας Ιουστινιανού (482-565) ήταν νομικός σύμβουλος και γραμματέας του στρατηγού Βελισσάριου· πήρε μέρος σε αρκετές στρατιωτικές αποστολές και εκστρατείες.[3]
     Στη δεύτερη ενότητα μέσα από τα προοίμια της «Απόκρυφης ιστορίας» του Προκόπιου και του έργου της Άννας Κομνηνής (1083-1153) με τίτλο «Αλεξιάς», θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τα χαρακτηριστικά της βυζαντινής ιστοριογραφίας όπως διαμορφώθηκαν στην πάροδο των χρόνων.
      Στην τρίτη ενότητα θα "διαβάσουμε" το προφίλ της Άννας Κομνηνής, όπως η ίδια το αναδεικνύει στο προοίμιο της «Αλεξιάδας»: κόρη με υψηλή μόρφωση του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού  (1048-1118) .
           
Προκόπιος
Ο Προκόπιος στα Ανέκδοτα εξιστορεί «με κάθε λεπτομέρεια»[4] τις βδελυρές πράξεις του βασιλικού ζεύγους (Ιουστινιανός και Θεοδώρα) αλλά και του αρχιστράτηγου Βελισσάριου. Ο Ιουστινιανός εμφανίζεται ως «ηγεμών των δαιμόνων»[5], που σφετερίστηκε κτήματα και πλούτισε εις βάρος των ευγενών». Ο Βελισσάριος, κατά τον Προκόπιο, είναι ανίσχυρος άντρας, υπάκουος στις αυτοκρατορικές διαταγές. Επίσης, στο βιβλίο γίνεται –με αρνητικό πρόσημο– εκτενής και λεπτομερής αναφορά στην ερωτική δράση της Θεοδώρας.[6] Για του λόγου το αληθές ο Προκόπιος

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

"Η δικτατορία του 1/4"

Γαλλικές προεδρικές εκλογές 23/04/2017: δεξιός Μακρόν 24,1%, ακροδεξιά Λεπέν 21,3, κεντρώος Φιγιόν 20, ακροαριστερός Μελανσόν 19,58, σοσιαλιστής Αμόν 6,3, εθνικιστής Ενιάν 4,7

 συμβολική γαλλική φράση: ni-ni (ούτε ούτε)

Το οικονομικό πρόγραμμα του Μακρόν εγκρίθηκε από το 24,1% των εκλογέων της Γαλλίας, δηλαδή από το 1/4.  Τα υπόλοιπα 3/4 (το 75% του εκλογικού σώματος) ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό διαφώνησε. 


Διαχρονικά μπροστά στον κίνδυνο του «Άλλου», είτε είναι υπαρκτός είτε κατασκευασμένος εχθρός υπάρχει συσπείρωση. Πάντα το διπολικό σύστημα -όπως αριστερά ή δεξιά, Αμερική ή Ρωσία, Ανατολή ή Δύση, μέσα ή έξω- είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμο από το πολυπολικό. Στις παρούσες περιστάσεις ο «Άλλος» είναι η Λεπέν. Έτσι εκ των συνθηκών κατασκευάζεται δίπολο, που έχει δεξιό πρόσημο: Μακρόν ή Λεπέν. 
    Παρ’ όλα αυτά δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι ο λαός αποφασίζει ελεύθερα και συνεπώς η Δημοκρατία λειτουργεί αποτελεσματικά ακόμα και σε περίπτωση μονομαχίας, που δεν θα είχε θέση σε ένα αναλογικό σύστημα ψηφοφορίας. Η αναδιανεμητική πολιτική -διακαής πόθος της λεγόμενης Αριστεράς- που έτεινε να γίνει κάθετη, κυρίως λόγω των μετακινήσεων ανατολικών πληθυσμών έγινε οριζόντια. Στις εκλογές εθνικές ή ευρωπαϊκές της τελευταίας πενταετίας αναδεικνύεται ο συντηρητισμός ως τρόπος ζωής,  η επιστροφή σε παλαιά μοντέλα διακυβέρνησης, και η παρελθοντολογία σχεδόν επιβεβλημένη. Συνεπώς τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (μείγμα ελεύθερης αγοράς με ελεγχόμενες κρατικές παροχές), που διατηρούν ακόμα  τον νεωτερικό χαρακτηρισμό τους στο διάβα της Ιστορίας, χάνουν ποσοστά. 
             Για κάποιους η Δημοκρατία είναι η «δικτατορία των πολλών» με τη μειοψηφία να αγνοείται επιδεικτικά από τους νικητές. Αν παραμείνουμε στους πρώτους γύρους των εκλογών (εθνικών ή ευρωπαϊκών) η μειοψηφία των πολιτών (το 1/4) κυβερνά και  εφαρμόζει το προεκλογικό πρόγραμμα που "κατέβασε". Μειοψηφία που σαφώς και δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας μειονότητας: συγκεκριμένα και οριοθετημένα αιτήματα. Ούτε λόγος για λίγους και άριστους. Πρόκειται για ένα μειοψηφικό δίκτυο με ποικίλους δεσμούς, όπως φυλετικούς, ταξικούς, θρησκευτικούς, σεξουαλικούς,

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

O Ήλιος βασιλεύει... Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ


Κωνσταντινούπολη ή Istanbul


Γιατί λέμε 
ο Ήλιος βασιλεύει 
ενώ κατευθύνεται στο κατώτατο σημείο 
και τελικώς χάνεται από τον ορίζοντα;













Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: 
«... κι αυτό γιατί ντύνεται, λίγο πριν τη δύση του, με τα χρώματα της αυτοκρατορικής βυζαντινής πορφύρας. Το αμετάφραστο σε άλλη γλώσσα «ο ήλιος δύει». Θεωρώ την παράδοξη αυτή έκφραση ως αδιάψευστη απόδειξη της συνέχειας, ως κληρονομιά μιας διαχρονικής αψεγάδιαστης εμπειρίας».
 εκδ. Gutenberg 2016, σελ. 46




Πόσο Βυζαντινοί οι Νεοέλληνες
,
    Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο; 





     









Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Ποιητής Καλλίμαχος και ρήτορας Δίων - Αρχαία ελληνική και βυζαντινή φιλολογία

Bαθμός 9


φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη για το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ΕΛΠ 21



Εισαγωγή
Κατά την Ελληνιστική περίοδο (323 π.Χ.-31 π.Χ.) η δημιουργία βασιλείων είχε ως συνέπεια οι πόλεις-κράτη να χάσουν την αυτονομία τους. Kαθώς οι πολιτειακοί θεσμοί λειτουργούσαν τυπικά το άτομο έχασε τον πολιτικό του ρόλο και η συνυφασμένη με την άμεση δημοκρατία ρητορική έχασε τη δυναμική της.  Η αγάπη για τη γνώση (φιλοσοφία), η αναζήτηση αιώνιων αρχών (χαρακτηριστικό της Κλασικής περιόδου) υποχώρησε προς χάρη της αναζήτησης της προσωπικής ευδαιμονίας.[1] Η λογιοσύνη και η έρευνα της αρχαίας λογοτεχνίας ευνόησαν τη φιλολογία.[2] Οι λόγιοι επέλεγαν είτε τον λιτό αττικισμό είτε τον περίτεχνο ασιανισμό –αντί της Κοινής γλώσσας. Ο αλεξανδρινός Καλλίμαχος (320-240 π.Χ.), με έργο του οποίου θα ασχοληθούμε στην πρώτη ενότητα, που θεωρείται ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ελληνιστικής διανόησης έγραφε στην αττική διάλεκτο. Με το πλούσιο συγγραφικό του έργο αποτέλεσμα της πολύχρονης μελέτης της λογοτεχνικής παράδοσης αλλά και με τα νεωτεριστικά στοιχεία που εισήγαγε επηρέασε τη φιλολογία όχι μόνον της εποχής του αλλά και τη μεταγενέστερη.[3]
Στην παγκόσμια ρωμαϊκή αυτοκρατορία η εξαφάνιση των πόλεων-κρατών ολοκληρώθηκε. Στους λεγόμενους Αυτοκρατορικούς χρόνους (31 π.Χ.-330 μ.Χ.) πόλεις με αίγλη όπως η κλασική Αθήνα, η ελληνιστική Αλεξάνδρεια μετατράπηκαν σε επαρχίες. Στις νέες αυτές συνθήκες το άτομο έχασε εντελώς τον πολιτικό του ρόλο. Και ενώ η επίδειξη πλούτου, η υπερβολή χαρακτήριζε την εύπορη τάξη η κατώτερη ζούσε στην ένδεια. Επιπλέον, οι βραχύβιες ρωμαϊκές δυναστείες και οι συχνοί εμφύλιοι πόλεμοι των δυναστειών οδηγούσαν το άτομο σε αβεβαιότητα αλλά και σε απογοήτευση αναφορικά με τα εγκόσμια. Λύτρωση σε αγωνιώδη ερωτήματα που γεννούσε η εσωστρέφεια επεδίωξαν να δώσουν διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, όπως ο Κυνισμός, ο Στωισμός, κ.ά. Στη δεύτερη ενότητα θα ασχοληθούμε με τον Ευβοϊκό του Δίωνα Χρυσόστομου (40 μ.Χ.-120 μ.Χ.), ο οποίος  καταγόταν από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας και είναι ένας από τους σημαντικότερους ρήτορες των Αυτοκρατορικών χρόνων.[4]

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Η ρητορική του 4ου αι. π.Χ., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη, ΕΛΠ 22

Bαθμός 8

Φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη για το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ΕΛΠ 21



 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Εισαγωγή

Η Ρητορική είναι η τέχνη της σύνθεσης πειστικών επιχειρημάτων του προφορικού και γραπτού λόγου. Εμφανίστηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. στην Αθήνα και θεωρήθηκε απαραίτητο εφόδιο προκειμένου ο πολίτης να συμμετέχει στα κοινά. Η ισηγορία ήταν πλέον δικαίωμα του πολίτη, ο οποίος είχε ευκαιρίες να ρητορεύσει -προκειμένου να εκφέρει άποψη, να επεξεργαστεί νόμους, να κρίνει πράξεις, να υποστηρίξει το δίκιο του, να απαντήσει σε λεκτικές επιθέσεις- στα νέα θεσμικά δημοτικά όργανα, όπως τα λαϊκά δικαστήρια, η Εκκλησία του Δήμου, η Βουλή, αλλά και στις εορταστικές εκδηλώσεις. Οι ρητοροδιδάσκαλοι ανέλαβαν επ’ αμοιβή την εκπαίδευση εύπορων νέων που ήθελαν να ακολουθήσουν πολιτική σταδιοδρομία.[1] Κατά τον Αριστοτέλη αναπτύχθηκαν τρία είδη ρητορικού λόγου: το δικανικόν, το συμβουλευτικόν (πολιτικός), το επιδεικτικόν (πανηγυρικός).[2]
Στην πρώτη ενότητα θα παρουσιάσουμε ένα απόσπασμα από τη Ρητορική του Αριστοτέλη. Η Ρητορική βασίζεται στα χειρόγραφα του Αριστοτέλη, στα οποία περιγράφονται με επιστημονικούς όρους οι πρακτικές, οι μέθοδοι της ρητορικής τέχνης.[3]
Στη δεύτερη ενότητα θα ασχοληθούμε με τους δικανικούς λόγους του Απολλόδωρου «Κατά Νεαίρας» και του Αισχύνη «Περὶ τῆς παραπρεσβείας» (34), που γράφτηκαν τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν η Αθήνα είχε περιέλθει σε παρακμή. Η μήνυση που κατέθεσε ο Απολλόδωρος το 342 π.Χ. κατά της εταίρας Νεαίρας είναι δείγμα διαβολής, αφού αναφερόταν σε γεγονότα που είχαν συμβεί πριν περίπου 30 χρόνια. Ο στόχος του Απολλόδωρου ήταν να πλήξει τον πολιτικό αντίπαλό του, Στέφανο –σύζυγο της Νέαιρας. Ο δε φιλομακεδόνας Αισχίνης (397-322 π.Χ.), γνωστός για τις «Τρεις Χάριτες»[4], στον λόγο του βάλλει κατά του αντιμακεδόνα Δημοσθένη, ο οποίος το 330 π.Χ. με τον Περί στεφάνου λόγο είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο και τη φήμη του δεινού ρήτορα Οι συγκρούσεις των δύο ρητόρων σε αλλεπάληλες δίκες υπήρξαν μνημειώδεις.[5]


1. Αριστοτέλης

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Συνθήκη της Γιάλτας, 1945 (δεύτερη συνάντηση)

ή Διάσκεψη της Γιάλτας (Yalta Conference) ήταν μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές του 20ού αιώνα. Διεξήχθη στις 4-11 Φεβρουαρίου 1945 στη Γιάλτα της Κριμαίας (Yalta) στην οποία συμμετείχαν οι τρεις μεγάλοι ηγέτες των Συμμάχων:
Φραγκλίνος Ρούσβελτ (Franklin Delano Roosevelt, 30 Ιανουαρίου 1882 - 12 Απριλίου 1945), ΗΠΑ· 
Ουίνστον Τσόρτσιλ (Sir Winston Churchill, 30 Νοεμβρίου 1874 - 24 Ιανουαρίου 1965), Ηνωμένο Βασίλειο·  
Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Στάλιν (Joseph Vissarionovich Stalin, 18 Δεκεμβρίου 1878 - 5 Μαρτίου 1953), Σοβιετική Ένωση. Στόχος τους ήταν να αποφασίσουν πώς θα οργανωθεί η Ευρώπη μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. 

Μοιράζοντας τον κόσμο στη Διάσκεψη οι ηγέτες-νικητές, αποφάσισαν:
1. Η Μεταπολεμική Γερμανία α) θα διαιρούνταν σε ζώνες επιρροής (zones of influence): αμερικανική, βρετανική, σοβιετική, αργότερα και γαλλική) β) θα γινόταν αποστρατιωτικοποίηση και αποναζιστικοποίηση γ) Οι Σύμμαχοι θα δίκαζαν σε στρατοδικεία τους ναζί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και κατά της ειρήνης. Οι Δίκες της Νυρεμβέργης, (Nuremberg trials) από το 1945 έως το 1946 έθεσαν θεμέλια για το διεθνές ποινικό δίκαιο.
2. Για το ζήτημα της Πολωνίας που ήταν το πιο αμφιλεγόμενο θέμα συμφωνήθηκε ότι η Πολωνία θα είχε «ελεύθερες εκλογές» και κυβέρνηση «ευρείας δημοκρατικής βάσης». Στην πράξη, η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) εγκατέστησε φιλοσοβιετικό καθεστώς, το οποίο έγινε αργότερα σύμβολο της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου (Cold War, 1947-1991).
3. Αποφασίστηκε η σύγκληση διάσκεψης για τη δημιουργία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) τον Απρίλιο του 1945.
4. Συμφωνήθηκε η δομή του Συμβουλίου Ασφαλείας και το δικαίωμα βέτο των μεγάλων δυνάμεων.
5. Για την Ανατολική Ευρώπη οι Σύμμαχοι δεσμεύτηκαν για τη «Διακήρυξη της Απελευθερωμένης Ευρώπης», που προέβλεπε δημοκρατικές διαδικασίες στα απελευθερωμένα κράτη. Στην πράξη, η ΕΣΣΔ εγκατέστησε κομμουνιστικά καθεστώτα σε όλη την Ανατολική Ευρώπη.
6. Συμφωνήθηκε η συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Ο Στάλιν υποσχέθηκε ότι η ΕΣΣΔ θα μπει στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, μετά την ήττα της Γερμανίας. Αυτό έγινε τον Αύγουστο του 1945.
Η Συνθήκη της Γιάλτας είναι σημαντική αφού καθόρισε τα σύνορα και τα καθεστώτα της μεταπολεμικής Ευρώπης, έθεσε τα θεμέλια του ΟΗΕ, δημιούργησε τις συνθήκες για τον Ψυχρό Πόλεμο, έγινε σύμβολο της διαίρεσης Ανατολής-Δύσης. Για πολλούς ιστορικούς, η Γιάλτα είναι η στιγμή όπου «γεννήθηκε» ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε σήμερα.
 
Η Συνθήκη ήταν προδοσία ή αναγκαστικός συμβιβασμός;

Η Γιάλτα είναι από εκείνες τις ιστορικές στιγμές που μοιάζουν με καθρέφτη: το πώς την κρίνεις εξαρτάται από το πού στέκεσαι. Για άλλους ήταν προδοσία, για άλλους αναγκαστικός ρεαλισμός, για άλλους μια προσπάθεια να αποφευχθεί ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος πριν καν τελειώσει ο δεύτερος.            Η άποψη ότι η Γιάλτα ήταν “προδοσία” προέρχεται κυρίως από Πολωνούς ιστορικούς και πολιτικούς, από Ανατολικοευρωπαίους που βρέθηκαν υπό σοβιετικό έλεγχο και από δυτικούς αντικομμουνιστές της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Θεωρούν ότι οι Δυτικοί ηγέτες παρέδωσαν την Ανατολική Ευρώπη στον Στάλιν· ότι η Πολωνία, για την οποία ξεκίνησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν απέκτησε πραγματική ανεξαρτησία· ότι οι “ελεύθερες εκλογές” που υποσχέθηκε ο Στάλιν δεν έγιναν ποτέ· ότι η Γιάλτα νομιμοποίησε τη δημιουργία του σοβιετικού μπλοκ. Για πολλούς λαούς της Ανατολικής Ευρώπης, η Γιάλτα δεν ήταν “ειρήνη”. Ήταν αλλαγή κατακτητή.
         

Γιατί ο Τσόρτσιλ το 1944 υποστήριζε τη στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια;

Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ (Winston Churchill, 1874-1965) το 1944 υποστήριζε με πάθος μια μεγάλη συμμαχική στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια ‒και ειδικά στην Ελλάδα‒ για λόγους που συνδύαζαν γεωπολιτική στρατηγική, αντισοβιετικό υπολογισμό, και αυτοκρατορικά συμφέροντα. Η θέση του (την οποία είχε ήδη παρουσιάσει στην Τεχεράνη τον Νοέμβριο του 1943 (Πρωτόκολλο της Τεχεράνης, 1943) δεν ήταν καθόλου αυτονόητη για τους Συμμάχους, και μάλιστα συγκρούστηκε με τις αμερικανικές προτεραιότητες.
Η Βρετανική στρατηγική:
-Έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου και των θαλάσσιων οδών. Η Βρετανία θεωρούσε την Ανατολική Μεσόγειο ζωτικό χώρο για την πρόσβασή της στη Διώρυγα του Σουέζ, για την ασφάλεια των αποικιακών διαδρομών προς Ινδία–Μέση Ανατολή και για την αποτροπή γερμανικής ή σοβιετικής επιρροής σε μια περιοχή που έβλεπε ως βρετανική ζώνη επιρροής. Τα Βαλκάνια, ειδικά η Ελλάδα, ήταν για τον Τσόρτσιλ τόπος κατάλληλος για τον έλεγχο της Μεσογείου.
-Φόβος για σοβιετική επέκταση στα Βαλκάνια. Το 1944 ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε ραγδαία. Ο Τσόρτσιλ ανησυχούσε ότι η Σοβιετική Ένωση θα κυριαρχούσε σε ολόκληρη τη Βαλκανική, ότι τα κομμουνιστικά κινήματα αντίστασης (όπως ο ΕΛΑΣ) θα έπαιρναν την εξουσία μετά την απελευθέρωση και έτσι η Ελλάδα θα περνούσε στη σοβιετική επιρροή, κάτι που θεωρούσε απαράδεκτο για τα βρετανικά συμφέροντα. Η στρατιωτική παρουσία των Βρετανών θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στη Μόσχα.

Ο Βρετανός Πρωθυπουργός (1940-45) Τσόρτσιλ είχε ιδιαίτερη εμμονή με την Ελλάδα και επιδίωκε να έχει τον πολιτικό έλεγχό της. Η στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων τον Δεκέμβριο του 1944 (
«Δεκεμβριανά») ήταν η κορύφωση αυτής της πολιτικής, καθώς αποκατάστησε τη φιλοβρετανική κυβέρνηση* του βασιλιά Γεωργίου Β΄ (1890-1947) και απέτρεψε την επικράτηση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, το οποίο ήταν τότε η ισχυρότερη αντιστασιακή δύναμη στην Ελλάδα. Ο φόβος ήταν ότι αν η Ελλάδα περνούσε σε δύναμη μη φιλική προς τη Βρετανία, ολόκληρη η βρετανική στρατηγική στην περιοχή θα κατέρρεε. Γι’ αυτό η στρατιωτική επέμβαση στην Αθήνα θεωρήθηκε μη διαπραγματεύσιμη.
       Το περίφημο «μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης» που οραματιζόταν ήδη από το 1943, ο Τσόρτσιλ αφορούσε μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στα Βαλκάνια, με την Ελλάδα ως «προγεφύρωμα» για την είσοδο των Συμμάχων στην Κεντρική Ευρώπη. Η οποία επιχείρηση, κατά την άποψή του, θα επέτρεπε στους Συμμάχους να εισέλθουν στην Κεντρική Ευρώπη (Γιουγκοσλαβία-Αυστρία) από τον Νότο και έτσι να φτάσουν στη Βιέννη πριν από τον Κόκκινο Στρατό. Αν και οι Αμερικανοί απέρριψαν αυτό το σχέδιο, ο Τσόρτσιλ συνέχισε να βλέπει την Ελλάδα ως τμήμα του στρατηγικού άξονα.
     Η «συμφωνία ποσοστών». Τον Οκτώβριο του 1944 (λίγες μέρες πριν την αναχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα) στη Μόσχα ο Τσόρτσιλ με την επιμονή του συμφώνησε με τον Στάλιν ότι η Ελλάδα θα ήταν 90% στη βρετανική σφαίρα επιρροής και 10% στη σοβιετική. Αυτή η συμφωνία έδωσε στον Τσόρτσιλ την πολιτική νομιμοποίηση να δράσει αποφασιστικά. Η Ελλάδα έγινε το έδαφος όπου η Βρετανία μπορούσε να επιβάλει τη συμφωνημένη ισορροπία. Η Ελλάδα ήταν το «εύκολο» σημείο άμεσης στρατιωτικής δράσης, η μόνη χώρα όπου οι Βρετανοί μπορούσαν να αποβιβαστούν χωρίς να συγκρουστούν με τη Σοβιετική Ένωση. Σε αντίθεση με άλλες βαλκανικές χώρες, όπως η Γιουγκοσλαβία που είχε ισχυρό παρτιζάνικο κίνημα, η Ρουμανία και η Βουλγαρία που βρίσκονταν ήδη υπό σοβιετικό έλεγχο, η Ουγγαρία που ήταν μέτωπο του Κόκκινου Στρατού.

Η αμερικανική απουσία άφησε χώρο στη Βρετανία ελεύθερη να δράσει μόνη της, 
χωρίς αμερικανικό ανταγωνισμό

Οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν ήθελαν να εμπλακούν σε εμφύλιες συγκρούσεις ευρωπαϊκών χωρών, και μάλιστα στα Βαλκάνια που θεωρούνταν δευτερεύον θέατρο πολέμου· η απόλυτη προτεραιότητά τους ήταν η νίκη στη Δυτική Ευρώπη. Για τους Αμερικάνους, το κέντρο βάρους ήταν η απόβαση στη Γαλλία, η διάσπαση της γερμανικής άμυνας, η τελική είσοδος στη Γερμανία σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της Τεχεράνης του 1943.
      Τα «Δεκεμβριανά» στην Αθήνα οι ΗΠΑ τα αντιμετώπιζαν ως «αποικιακού τύπου» επέμβαση η οποία δεν ταίριαζε με το αμερικανικό αφήγημα περί αυτοδιάθεσης των λαών. Ήξεραν, όμως, παρότι δεν συμμετείχαν στη συμφωνία, πως είχε συμφωνηθεί η Ελλάδα να ανήκει στη Βρετανία και πως η Σοβιετική Ένωση δεν θα αντιδρούσε. Προκειμένου, λοιπόν, να μη διαταραχθεί η σταθερότητα των Συμμάχων, που εξασφάλιζε τη συνεργασία με τη Μόσχα, επέλεξαν ήπια διπλωματική πίεση για την ελληνική κρίση. Οι ΗΠΑ έστειλαν αυστηρά μηνύματα τα οποία, όμως, δεν ασκούσαν ουσιαστική πίεση, δεν συνοδεύονταν από απειλές, κυρώσεις. Η έκκληση για αυτοσυγκράτηση αφορούσαν την αποφυγή υπερβολικής χρήσης βίας, την επιδίωξη για πολιτική λύση ώστε να μην φανεί ότι οι Βρετανοί επιβάλλουν καθεστώς. Η αμερικανική ουδετερότητα άφησε τη Βρετανία να δράσει ανεμπόδιστη, δεν έστειλε στρατεύματα, δεν αμφισβήτησε δημόσια τη βρετανική πολιτική, δεν στήριξε το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, δεν προσπάθησε να μεσολαβήσει ενεργά. 
       Παρά την ουδετερότητα όμως, υπήρχε ανησυχία στις ΗΠΑ μήπως η στρατιωτική επέμβαση των Άγγλων στην Ελλάδα θα φαινόταν ως καταστολή του ελληνικού αντιστασιακού κινήματος κατά των Γερμανών, κάτι που θα υπονόμευε το αφήγημα των Συμμάχων περί δημοκρατίας και θα ενίσχυε την κομμουνιστική προπαγάνδα. Παρ' όλα αυτά οι ΗΠΑ προτίμησαν να 'καταπιούν' αυτές τις ανησυχίες για χάρη της συνοχής της Συμμαχίας.

Ο Στάλιν δεν ενδιαφερόταν για την Ελλάδα,
επειδή δεν είχε στρατηγική αξία για την ΕΣΣΔ