Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

ΕΦΙΑΛΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ

-Είναι Χριστούγεννα, οι ευλογημένες μέρες που πρέπει να βασιλεύει η ειρήνη και η συγγνώμη. Ο καθένας πρέπει ν’ αγαπά τον πλησίον του.
Ο Ηρακλής Πουαρό ακούμπησε στην πλάτη της πολυθρόνας του, σταύρωσε τα χέρια του και κοίταξε τον υπαστυνόμο συλλογισμένος.
HERCULE POIROT’S CHRISTMAS,
first published on 19 December 1938

-Πιστεύετε δηλαδή ότι τα Χριστούγεννα είναι μια περίοδος που δεν προσφέρεται για εγκλήματα.
-Μάλλον.
-Γιατί;
-Γιατί; Επανέλαβε ο Τζόνσον με κάποια αμηχανία. Μα… γιατί τέτοιες μέρες ποιος μπορεί νάχη στο μυαλό του σε τέτοιες απάνθρωπες πράξεις;
-Τι συναισθηματικοί άνθρωποι τελοσπάντων είστε εσείς οι Άγγλοι! αναφώναξε ο Πουαρό.

Ο Τζόνσον φάνηκε να πειράχτηκε λιγάκι.
-Τι το κακό βρίσκετε σ’ αυτό; Γιατί να μη διατηρούμε τις παλιές παραδόσεις και τα παλιά έθιμα;

-Αντιθέτως το βρίσκω χαριτωμένο. Μα ας εξετάσουμε τα γεγονότα. Λέτε ότι τα Χριστούγεννα είναι μια περίοδος γενικής χαράς και καλής καρδιάς. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος τρώει, έτσι δεν είναι; Και μάλιστα τρώει πολύ… περισσότερο από το συνηθισμένο. Η πολυφαγία όμως φέρνει και βαρυστομαχιά. Και η βαρυστομαχιά κάνει μερικούς ανθρώπους ευέξαπτους.
-Τα εγκλήματα, παρατήρησε ο Τζόνσον, δεν γίνονται από ευέξαπτους.
-Λέτε ακόμη ότι τα Χριστούγεννα ο κόσμος έχει την τάση της συγγνώμης. Πραγματικά. Όλοι περνούν σφουγγάρι πάνω στις παλιές διαφωνίες, δείχνονται συμφιλιωτικοί.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1967


Δεν μ’ απέλυσαν ως τις 7 το βράδυ της επομένης, παραμονής Χριστουγέννων. Από την ώρα που άκουσα τα νέα μέχρι ν’ απολυθώ, υπέφερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε. 
Οι ώρες έμοιαζαν με αιωνιότητα. Καθώς περνούσαν οι ώρες, η αμφιβολία μου μεγάλωνε. Έβλεπα τώρα την απαίσια ασκήμια του Αβέρωφ σ’ όλο της το μέγεθος, γιατί τώρα πια δεν χρειάζονταν να το αποκρύψω από τον εαυτό μου. Δεν χρειαζόταν πια να ελέγχω τα συναισθήματά μου, να υποβληθώ στην αυστηρή αυτοπειθάρχηση που θα απαιτούσε η μακροχρόνια φυλάκιση που πίστευα πως με περίμενε. Η φρουρά μου, η χωροφυλακή, όλοι άλλαξαν εντελώς. Προσπάθησαν να μου φέρονται ευχάριστα.
………………………
Την Κυριακή, παραμονή των Χριστουγέννων, μ’ επισκέφθηκε πάλι η Μαργαρίτα. Είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί. Γιατί αργούσαν τόσο πολύ; Γιατί δεν έφθασε η Εφημερίδα της Κυβέρνησης; Συνέβη τίποτε;
Είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Από το παράθυρο του κελιού μπορούσα να δω πολλά γνωστά πρόσωπα που μαζεύθηκαν στο απέναντι πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας περιμένοντας την απόλυσή μου.
……………………
Αρκετοί φίλοι περίμεναν μπροστά στο σπίτι και δυο χωροφύλακες βημάτιζαν πάνω κάτω για να εξασφαλίσουν το αδιατάρακτο της «δημόσιας τάξης». Ο Γιώργος βγήκε από το σπίτι. Τον αγκάλιασα και περπατήσαμε μαζί τα σκαλιά ως την πόρτα. Η Μαργαρίτα, τα παιδιά και πολλοί φίλοι ήσαν εκεί για να με υποδεχθούν.
Την άλλη μέρα τα Χριστούγεννα κι ήταν για όλους μας μια χαρούμενη μέρα. Αλλά γρήγορα, γρηγορότερα απ’ ότι περίμενα, άρχισα να νιώθω το βάρος της δικτατορίας. Βέβαια, είχα ελευθερωθεί δεν ήμουν πια στον Αβέρωφ. Κι όμως όλοι μας, η Ελλάδα, κι εγώ σαν κομμάτι της, είμασταν σκλαβωμένοι. Το σπίτι μου δεν ήταν γεμάτο από πολιτικούς φίλους. Το τηλέφωνο δεν κτυπούσε. Κι ένας μοναχικός χωροφύλακας περπατούσε πάνω κάτω στο δρόμο μπροστά στο σπίτι μου.
… Τη βραδιά των Χριστουγέννων πήγαμε στο Καστρί για να φάμε με τον πατέρα μου. Ήταν μια στιγμή που λαχταρούσα για πολύν καιρό. Τώρα που πλησίαζα δείλιασα. Φοβόμουν πως δεν θ’ άντεχε ο πατέρας μου τη συγκίνηση της συνάντησής μας μετά από τόσον καιρό.
Αντίθετα, ήταν εξαιρετικά ευτυχής. Δεν τον θυμούμαι ποτέ τόσο ανακουφισμένο και τόσο ήρεμο, όσο εκείνη τη βραδιά. Είμαστε πάλι μαζί. Ελεύθεροι, σε περιορισμένη βέβαια σημασία, να ιδωθούμε, να μιλήσουμε, να πιούμε μαζί ένα ποτήρι κρασί………


«Η δημοκρατία στο απόσπασμα», (Νοέμβρης 1974), του Ανδρέα Παπανδρέου.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ... ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


Από νωρίς διάφορα σωματεία με κοινωνικό χαρακτήρα απευθύνονταν στον Ολυμπιακό  ζητώντας ποικιλόμορφη ενίσχυση των δραστηριοτήτων τους




Όπως το Ορφανοτροφείο Ελένης Ζάννη του Πειραιά, που ιδρύθηκε το 1874. (Το 1875 η Ελένη Νικήτα Ζάννη ή Τζάννη με τη διαθήκη της άφησε την περιουσία της στο ίδρυμα).







20 Δεκεμβρίου 1932

Αι κατ’ εξοχήν χαλεπαί ημέραι τα οποίας πάντες διερχόμενθα, καθιστούν λίαν δυσχερή την θέσιν ημών απευθυνομένων και πάλιν προς υμάς εις τα παραμονάς των τόσω χαρμοσύνων αγίων Εορτών των Χριστουγέννων, δια να επικαλεσθώμεν την υμετέραν αντίληψιν δια την ενίσχυσιν του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος το οποίον έχωμεν την τιμήν να διοικώμεν.
Το υποκειμενικόν όμως τούτο αίσθημα της δυσχερείας της θέσεώς μας, υπερνικά η αδήρητος ανάγκη εις ην ευρισκόμεθα να καταστήσωμε όσον το δυνατόν ολιγώτερον οδυνηράν την χαλεπότητα των καιρών εις τα ατυχή 165 ορφανά τα στεγαζόμενα εις το Ίδρυμά μας, του οποίου πολλοί πόροι έχουν περικοπή ακριβώς λόγω των σημερινών δυσμενών οικονομικών συνθηκών.
Δι ό και με ιδιαιτέραν όλως θέρμην απευθυνόμεθα εφέτος προς υμάς δια να σας παρακαλέσωμεν όπως συντελέσητε και υμείς εις το να χαρισθή εις τας τρυφεράς καρδίας των ορφανών μας η χαρά της απολαύσεως ενίων αγαθών, της ανέτου οικογενειακής ζωής κατά τας επερχομένας, και επί τη ελπίδι ταύτη.
 
Από το βιβλίο «Η ομάδα και η πόλη» του Βάσια Τσοκόπουλου