Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ ΚΑΙ ΡΗΤΟΡΑΣ ΔΙΩΝ

φοιτητική εργασία της Ναυσικάς Αλειφέρη για το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
(βαθμός 9)



Εισαγωγή

Κατά την Ελληνιστική περίοδο (323 π.Χ.-31 π.Χ.) η δημιουργία βασιλείων είχε ως συνέπεια οι πόλεις-κράτη να χάσουν την αυτονομία τους. Kαθώς οι πολιτειακοί θεσμοί λειτουργούσαν τυπικά το άτομο έχασε τον πολιτικό του ρόλο και η συνυφασμένη με την άμεση δημοκρατία ρητορική έχασε τη δυναμική της.  Η αγάπη για τη γνώση (φιλοσοφία), η αναζήτηση αιώνιων αρχών (χαρακτηριστικό της Κλασικής περιόδου) υποχώρησε προς χάρη της αναζήτησης της προσωπικής ευδαιμονίας.[1] Η λογιοσύνη και η έρευνα της αρχαίας λογοτεχνίας ευνόησαν τη φιλολογία.[2] Οι λόγιοι επέλεγαν είτε τον λιτό αττικισμό είτε τον περίτεχνο ασιανισμό –αντί της Κοινής γλώσσας. Ο αλεξανδρινός Καλλίμαχος (320-240 π.Χ.), με έργο του οποίου θα ασχοληθούμε στην πρώτη ενότητα, που θεωρείται ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ελληνιστικής διανόησης έγραφε στην αττική διάλεκτο. Με το πλούσιο συγγραφικό του έργο αποτέλεσμα της πολύχρονης μελέτης της λογοτεχνικής παράδοσης αλλά και με τα νεωτεριστικά στοιχεία που εισήγαγε επηρέασε τη φιλολογία όχι μόνον της εποχής του αλλά και τη μεταγενέστερη.[3]
Στην παγκόσμια ρωμαϊκή αυτοκρατορία η εξαφάνιση των πόλεων-κρατών ολοκληρώθηκε. Στους λεγόμενους Αυτοκρατορικούς χρόνους (31 π.Χ.-330 μ.Χ.) πόλεις με αίγλη όπως η κλασική Αθήνα, η ελληνιστική Αλεξάνδρεια μετατράπηκαν σε επαρχίες. Στις νέες αυτές συνθήκες το άτομο έχασε εντελώς τον πολιτικό του ρόλο. Και ενώ η επίδειξη πλούτου, η υπερβολή χαρακτήριζε την εύπορη τάξη η κατώτερη ζούσε στην ένδεια. Επιπλέον, οι βραχύβιες ρωμαϊκές δυναστείες και οι συχνοί εμφύλιοι πόλεμοι των δυναστειών οδηγούσαν το άτομο σε αβεβαιότητα αλλά και σε απογοήτευση αναφορικά με τα εγκόσμια. Λύτρωση σε αγωνιώδη ερωτήματα που γεννούσε η εσωστρέφεια επεδίωξαν να δώσουν διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, όπως ο Κυνισμός, ο Στωισμός,
κ.ά. Στη δεύτερη ενότητα θα ασχοληθούμε με τον Ευβοϊκό του Δίωνα Χρυσόστομου (40 μ.Χ.-120 μ.Χ.), ο οποίος  καταγόταν από τη Βιθυνία της Μικράς Ασίας και είναι ένας από τους σημαντικότερους ρήτορες των Αυτοκρατορικών χρόνων.[4]


Οι νεωτερισμοί του Καλλίμαχου

Ύμνος στον Δία[5]
1  Στις σπονδές στο Δία τι θα' τανε καλύτερο κανείς να τραγουδήσει
    παρά τον πάντα μέγα αυτό θεό και βασιλιά παντοτινό,
    των γιων της Γης το διώχτη και δικαστή των τέκνων τ' Ουρανού;
    Και πώς θα τον υμνήσουμε; Δικταίον ή Λυκαίο;
5  Διχάζεται η ψυχή μου που 'ναι αμφιλεγόμενα όσα για τη γενιά του διηγούνται.
    Δία, στης Ίδης λένε πως γεννήθηκες τα όρη,
     κι άλλοι στην Αρκαδία· ψέματα απ' τους δυο ποιοι είπανε, πατέρα;
     Οι Κρήτες πάντα ψεύτες. Άνακτα, για σένανε και τάφο
     οι Κρήτες εμαστόρεψαν. Μα εσύ όμως δεν πέθανες, αφού για πάντα υπάρχεις.
10 Στην Παρρασία σε γέννησεν η Ρέα, εκεί που ήτανε πολύ
     θαμνόσκεπο το όρος. Και γι' αυτό εκεί ο χώρος
    είναι ιερός. Κι ούτε κανένα που να έχει την ανάγκη της Ειλείθυιας
    ζωντανό, κι ούτε γυναίκα τον σιμώνει, αλλά τόπο λεχωνιάς της Ρέας
    από παλιά τον ονομάζουν οι Απιδανήες.
...... (γέννηση Δία στην Αρκαδία και μεταφορά του στην Κρήτη)
42 Σαν βγήκεν από τις Θενές πηγαίνοντάς σε στην Κνωσό,
     Δία πατέρα, η Νύμφη (οι Θενές κοντά' ναι στην Κνωσό),
     ο αφαλός σου έπεσεν εκεί, Θεέ, και έτσι εκείνο
45 Ομφάλιο πεδίο αργότερα ονόμασαν οι Κύδωνες.
     Κι ω Δία, οι συντρόφισσες, σε πήρανε στα χέρια, των Κορύβαντων,
    της Δίκτης οι Μελίες και σε κοίμισε η Αδράστεια
    σε λίκνο χρυσό και θήλασες τον πολυγάλακτο μαστό
    της γίδας της Αμάλθειας κι έφαγες τη γλυκιά κηρήθρα,
50 που η Πανακρίδα μέλισσα γοργά την είχε δέσει
     πάνω στης Ίδης τα βουνά που Πάνακρα τα λένε.
     Και χόρεψαν τριγύρω σου τον πρύλιν οι Κουρήτες
     καθώς βαρούσαν τ' άρματα, ώστε ν' ακούει ο Κρόνος
     ήχον ασπίδων μοναχά κι όχι το παιδικό σου κλάμα.
55 Έτσι καλά μεγάλωσες, ουράνιε Δία, κι ετράφης
     κι έφηβος ξάφνου γίνηκες και γρήγορα σου βγήκε χνούδι.
    Και στην εντέλεια, ας ήσουνα παιδί, όλα τα συλλογιόσουν,
    γι'αυτό, κι ας ήταν μεγαλύτερα τ' αδέρφια σου
     δεν αρνηθήκαν σπίτι σου να' χεις κι εσύ τον ουρανό, μερίδα σου απ' τη μοίρα.
60 Μα οι Δαναοί τραγουδιστές δε λέγαν πάντα αλήθεια,
      πως τάχα τα παιδιά του Κρόνου μοίρασαν την εξουσία στα τρία με λαχνό.
     Μα ποιος τον κλήρο ανάμεσα σε Όλυμπο και Άδη θα τραβούσε
     και δε θα' ταν ανόητος, αφού στον κλήρο μπαίνουνε ίσοι λαχνοί;
     Όμως εδώ, τι διαφορά μεγάλη στους λαχνούς ανάμεσα!...
65 Θα' τανε ψέμα αν έλεγα πως έπειθαν όσους τους άκουγαν.
     Μα εσένα δε σε βάλανε των Ουρανίων βασιλιά με κλήρο, έγινες με τα έργα των χεριών σου.
     Η Βία και η Δύναμη σου παραστάθηκαν, γι' αυτό τις τίμησες στο θρόνο σου κοντά.
     Κι όρισες το πιο ωραίο απ' τα πετούμενα αγγελιοφόρο
     των σημαδιών σου, που στους φίλους μου δεξιά να τους τα φέρνεις.
70 Κι απ' τους θνητούς, τους πιο καλούς ξεχώρισες, κι ούτε των πλοίων
     πήρες τους έμπειρους, ούτε άντρα πολέμαρχο, κι ούτε τραγουδιστή.
     Όλους αυτούς σε πιο μικρούς τους άφησες θεούς
     να τους υπηρετούν, ενώ εσύ διάλεξες άρχοντες πόλεων
     που ελέγχουν αγροτιά και μαχητές και κουπολάτες κι όλους.
75 Και τι δεν είναι κάτω από τη δύναμη όποιου κυβερνά.
     Ανθρώπους του Ηφαίστου λένε τους χαλκιάδες,
     τους μαχητές, του Άρη, ενώ τους κυνηγούς πως είναι της Χιτώνης
     Αρτέμιδας· του Φοίβου όσοι ξέρουνε καλά να παίζουν με τη λύρα ύμνους.
     Όμως από το Δία ορίζονται οι βασιλιάδες και τίποτε γι' αυτούς από το Δία
80 πιο θεϊκό. Για τούτο κι έκρινες στον κλήρο σου να πέσουν,
     και πολιτείες τους έδωσες για να φυλάνε, ενώ εσύ ο ίδιος κάθισες
     στις ακροπόλεις εποπτεύοντας ποιοι με το δίκιο
     τους λαούς τους κυβερνούν με δυσκολίες, ποιοι με τ' άδικο.
     Και πλούτη τους εχάρισες και τόσην ευτυχία,
85 μα όχι κι ίσα σ' όλους τους. Και τούτο το αποδείχνει
     ο βασιλιάς μας που μπροστά βρίσκεται από τους άλλους.
     Κι ό,τι σκεφτεί το χάραμα, το πράττει ώσμε το βράδυ,
     κι όσο για τα μικρότερα, μόλις στο νου του μπούνε.
     Άλλοι για τούτα θέλουν ένα έτος, για τ' άλλα περισσότερο.
90 Μα σ' άλλα την εκτέλεση εμποδίζεις, επιθυμίες συντρίβοντας.
     Χαίρε μεγάλε, πανυπέρτατο τέκνο του Κρόνου, δοτήρα ευημερίας,
     δοτήρα ευδαιμονίας. Ποιος μπορεί τα έργα σου να ψάλει;
     Δε γεννήθηκε αυτός, ούτε υπάρχει. Ποιος μπορεί τα έργα του Διός να ψάλει;
     Χαίρε πατέρα και ξανά χαίρε. Αρετή και πλούτο δίνε.
90 Χωρίς την αρετήν ο πλούτος δε θ' ανέβαζε ψηλά τον άντρα,
    Ούτε κ' η αρετή χωρίς τον πλούτο. Δίνε αρετή και πλούτο.   

Στο νέο πολιτισμικό κέντρο την Αλεξάνδρεια η βιβλιοθήκη είναι πόλος έλξης των πνευματικών ανθρώπων. Οι φιλομαθείς και φιλέρευνοι Αλεξανδρινοί χρησιμοποιούν ασυνήθιστη φρασεολογία, σκοτεινές αλληγορίες, αναζητούν σπάνιες λέξεις. Ο Καλλίμαχος στον Ύμνο στον Δία χρησιμοποιεί λέξεις που απαντούν μία φορά σε έργα, όπως: α) του Ομήρου: ανήβησας (μεγάλωσες, στ. 56), σακέσπαλον (ασπιδοφόρος, πολέμαρχος. στ. 71 ), ολίζοσιν (μικρούς, στ. 72)[6]· β) του Ησίοδου: πλειώνι (ένα έτος, στ. 89)[7]· γ) του Αλκμάνα αλλά και Αισχύλου: άνη (εκτέλεση, στ. 90).[8] Οι λέξεις νενίηλος (ανόητος, στ. 64), ρυηφενίην (πλούτη, στ. 84) είναι μάλλον επινοήσεις του Καλλίμαχου.[9]
Ο Καλλίμαχος είχε διαπιστώσει έλλειψη δημιουργικής έμπνευσης και πρωτοτυπίας στη λογοτεχνία· κατέκρινε τους αλεξανδρινούς συγγραφείς για μίμηση παλαιών λογοτεχνικών προτύπων. Ο ίδιος με το
ποιητικό του έργο και όχι με θεωρία έδωσε νέα πνοή στη λογοτεχνία. Τα νεωτεριστικά στοιχεία, που εισήγαγε ήταν: το μικρό έπος (επύλλιο) ή το μακροσκελές με αυτοτελή επεισόδια (όπως το ποίημα με τίτλο Αίτια)· τα αίτια δημιουργίας θεσμών, τοπωνυμίων, μύθων· η περιγραφή με λεπτομέρειες καταστάσεων, συναισθημάτων, προσώπων· η πραγματεία αρχαίων μύθων με διαφορετική τεχνοτροπία ή/και η ανάδειξη άγνωστων πτυχών των μύθων –στοιχεία που άλλαξαν το πατροπαράδοτο λογοτεχνικό ύφος.[10]
Κατά την έρευνα της προγενέστερης λογοτεχνίας οι διανοούμενοι συνέλεγαν πληροφορίες, ωστόσο οι διαφορετικές εκτιμήσεις προκαλούσαν έριδες. Ο Καλλίμαχος ανέλαβε να λύσει το φιλολογικό ερώτημα για τον τόπο καταγωγής του Δία: Και πώς θα τον υμνήσουμε; Δικταίον ή Λυκαίο; Και αφού ο ύμνος είναι αιτιολογικός, ο ποιητής επιχειρηματολογεί: Στην Παρρασία σε γέννησεν η Ρέα, πηγαίνοντάς σε στην Κνωσό... ο αφαλός σου έπεσεν εκεί. Έτσι καταλήγει ο ποιητής, Οι Κρήτες πάντα ψεύτες. Στον στίχο «ομφάλιο πεδίο αργότερα ονόμασαν οι Κύδωνες» ο Καλλίμαχος αιτιολογεί  την  τοπωνυμία, στον στίχο 11 δίνει γεωγραφική πληροφορία για την Παρρασία, ενώ στον στίχο 53 «βαρούσαν τ’ άρματα» δίνει λεπτομέρεια για την τελετή των Κουρητών. Η περιγραφή των λεπτομερειών δίνει ρεαλιστικό ύφος στον ύμνο και ο Δίας παρουσιάζεται είτε με ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά είτε με θεϊκή υπόσταση: ο οφαλός του έπεσε (στ. 44), τον κοιμίζει σε λίκνο η Αδράστεια (στ. 47-9), βύζαξε τον μαστό της Αμάλθειας (στ. 48-49), έκλαιγε (στ. 54), έγινε έφηβος και έβγαλε χνούδι (στ. 56). Στη συνέχεια ο θεός Δίας μεγάλωσε ξάφνου (στ. 56), στην εντέλεια τα φτιάχνει και όλα τα συλλογίζεται (στ. 57). Είναι θεός που δεν πεθαίνει αφού είναι αιώνιος (στ. 9), ενώ στον στίχο 59 επανέρχεται στην ανθρώπινη υπόσταση αφού υποτάσσεται κι αυτός στη μοίρα που κόβει μερίδια στην εξουσία. Ο θεός Δίας εμφανίζεται άδικος και πονηρός· «δεν είναι ανόητος» ώστε να πάρει μέρος σε μια κλήρωση με ίσους κλήρους. Έτσι με «τα έργα των χεριών», τη Βία, τη Δύναμη -και όχι με τη σκέψη όπως θα ταίριαζε σε έναν θεό- κατορθώνει να νικήσει.
Στην Ελληνιστική εποχή επανήρθε η σχέση του βασιλιά με έναν προστάτη θεό.[11]  Και αφού είναι διαχρονική η εξάρτηση του καλλιτέχνη  από τον προστάτη των τεχνών και των γραμμάτων ηγεμόνα ο  Καλλίμαχος επιλέγει ο βασιλιάς να είναι θεϊκά ορισμένος (στ. 79-80). Ενώ στους στίχους 85-89 ο αιτιολογικός και εγκωμιαστικός ύμνος για τον Δία μετατρέπεται σε εγκωμιαστικό για τον βασιλιά  Πτολεμαίο. Ο ύμνος τελειώνει, όπως οι ομηρικοί ύμνοι με επίκληση προς τον Δία: Δίνε αρετή και πλούτο.


Ο ρήτορας/φιλόσοφος/φιλόλογος Δίων

(94) Δεν ωφέλησε τον Μενέλαο το ότι μπορούσε να φιλοξενήσει τον πλουσιότατο ξένο από την Ασία, όταν κανένας άλλος στη Σπάρτη δεν ήταν σε θέση  να υποδεχθεί τον γιο του βασιλιά Πριάμου: (95) του ρήμαξε το σπίτι, και - εκτός από τους θησαυρούς - του έκλεψε και τη γυναίκα, άφησε ορφανή την κόρη από μάνα και το έσκασε με το πλοίο. Και ύστερα ο Μενέλαος φθειρόταν πολύ καιρό σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, θρηνώντας για τις συμφορές του και παρακαλώντας καθένα βασιλιά να τον βοηθήσει στην εκδίκησή του. Αναγκάστηκε και τον αδελφό του να ικετέψει να επιτρέψει να θυσιαστεί η θυγατέρα του στην Αυλίδα. (96) Και δέκα χρόνια καθόταν και πολεμούσε στην Τροία, κολακεύοντας τους αρχηγούς του στρατού, και ο ίδιος και ο αδελφός του. Διαφορετικά εκείνοι οργίζονταν και απειλούσαν  κάθε φορά να φύγουν για την πατρίδα. Και αφού υπέμεινε πολλές ταλαιπωρίες και φοβερούς κινδύνους, άρχισαν οι περιπλανήσεις και ήταν αδύνατο να φτάσει στην πατρίδα, χωρίς να δοκιμάσει αναρίθμητες συμφορές.[12]

Ο συνδυασμός αρετής και πλούτου, με τον οποίο τελειώνει ο Ύμνος στον Δία προέρχεται από την εκτίμηση της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας ότι ο πλούσιος είχε ηθικές αρετές ενώ ο φτωχός ήταν κακός[13]. Αντιθέτως, ο Δίων θεωρεί τον πλουτισμό ατιμωτικό και κατακρίνει τη νοοτροπία των αρχόντων. Στο πιο  πάνω απόσπασμα από τον Ευβοϊκό λόγο το πρώτο που αναφέρεται ως ηθικό ατόπημα του Πάρη ήταν η κλοπή των θησαυρών του Μενέλαου και όχι η αρπαγή της συζύγου. Δεδομένου ότι ο Πάρης ήταν βασιλόπαιδο, η κλοπή τονίζει την απληστία.
Το αντιηρωικό ιδεώδες που εμφανίστηκε στην Ελληνιστική περίοδο εντάθηκε στους Αυτοκρατορικούς χρόνους. Η ελληνιστική λογοτεχνία ενδιαφέρεται και για καθημερινές σκηνές από τον ανθρώπινο βίο· οι μυθικοί ήρωες έχουν δευτερεύοντα ρόλο ενώ οι άσημοι άνθρωποι πρωταγωνιστούν. Στο ποίημα Εκάλη[14] το ενδιαφέρον εστιάζεται στην άσημη Εκάλη που συναντά τον θρυλικό Θησέα ενώ το θέμα που πραγματεύεται ο Καλλίμαχος είναι η φιλοξενία. Η απομυθοποίηση των ηρώων διαπερνά και τον Ευβοϊκό: ο Μενέλαος θρηνεί, παρακαλάει, κολακεύει, υπομένει· ο αδερφός του θυσιάζει τη θυγατέρα του· οι αρχηγοί οργίζονται, απειλούν. Επιπλέον ο Δίων δεν αναφέρει τα ονόματα των ηρώων: ο γιος του Πρίαμου [Πάρις], η γυναίκα [Ελένη], ο αδερφός [Αγαμέμνων], η θυγατέρα [Ιφιγένεια], οι αρχηγοί του στρατού [Αχιλλέας, Νέστορας, Διομήδης, κ.ά.]. Την ανωνυμία άλλωστε επιφυλάσσει ο Δίων και στους ήρωες του Ευβοϊκού: ο φιλάνθρωπος κυνηγός, η γυναίκα του, η κόρη του, ο γαμπρός του είναι οι ήρωες του έργου και συγχρόνως οι άσημοι εκπρόσωποι της κατώτερης τάξης.
Στον 2ο αιώνα μ.Χ. η ρητορική αποκτά μέρος από την "κλασική" αίγλη.  Κατά τη λεγόμενη Δεύτερη Σοφιστική οι ρητορικοί λόγοι δεν περιέχουν ούτε πολιτικούς προβληματισμούς για τη διακυβέρνηση ούτε καταθέτουν οράματα για την πόλη. Οι ρήτορες πραγματεύονται ένα θέμα μέσα από φιλοσοφικό πρίσμα· ο λόγος είναι περισσότερο διδακτικός, συμβουλευτικός. Η ρητορική τέχνη αντλεί θέματα από τους Κλασικούς χρόνους  και εκπαιδεύεται στην υποστήριξη ή την ανασκευή μιας υπόθεσης.[15] Ο Καλλίμαχος βρέθηκε σε αντιπαράθεση με τους σύγχρονους φιλόλογους και για το ποιητικό γούστο αλλά και για τη μεταποίηση του ομηρικού μοτίβου. Ο Δίων, όμως, αμφισβήτησε ευθέως το θεμέλιο της λογοτεχνίας –τον Όμηρο. Κατά τον Δίωνα με τη μέθοδο της in media res αφήγησης και της αναδρομής (δηλαδή τον εγκιβωτισμό υποθέσεων κατά το ομηρικό πρότυπο) οι συγγραφείς «ψεύδονται... και τίποτα δεν θέλουν να πουν με τη σειρά, έτσι κρύβονται καλύτερα»[16]. Ο Δίων και ο Καλλίμαχος για την πλοκή των έργων προτιμούν την αφήγηση ab ovo. Στον Ευβοϊκό όπως και στον Τρωικό λόγο ο σοφιστής Δίων παρουσίασε διαφορετική προσέγγιση και εκτίμηση θρυλικών προσώπων και όχι ανασκευή των ιστορικών γεγονότων –που δεν γινόταν, άλλωστε. Η κατακτήτρια Ρώμη, το νέο κέντρο του κόσμου πλέον, βασίζεται στη διαδεδομένη κλασική ελληνική παιδεία για διοικητικούς λόγους. Από την άλλη όμως πλευρά, ως ισχυρότατη πολεμική μηχανή, ενίσχυε τη φήμη της συνδέοντας την καταγωγή της με την Τροία.[17] Έτσι με την απομυθοποίηση των Ελλήνων, την ανασκευή, την αμφισβήτηση φερεγγυότητας κλασικών ποιητών, ο Δίων (ως ρωμαίος πολίτης που απολάμβανε προνόμια, ασυλία μετά το 96 μ.Χ.) επιζητούσε την εύνοια της ρωμαϊκής αυλής –όπως ο Καλλίμαχος της πτολεμαϊκής στον Ύμνο στον Δία.

Η δυσπραγία και η μακρόχρονη περιπλάνηση του Δίωνα (εξαιτίας της απώλειας της περιουσίας του αλλά και της εξορίας), επηρέασε τη φιλοσοφική άποψή του.[18] Ο Δίων ενστερνίστηκε την κοσμοθεωρία των Κυνικών (επιστροφή στην απλή ζωή, σχεδόν στην πρωτόγονη κατάσταση[19]) αλλά και τη θέση των Στωικών για τη φιλανθρωπία (η οποία συμπεριλήφθηκε αργότερα στο Ρωμαϊκό Δίκαιο[20]). Στον Ευβοϊκό λόγο ο Δίων πραγματεύεται το θέμα του πλούτου και της φτώχειας. Στους στίχους 1-80 του «Ευβοϊκού», περιγράφεται η συνάντηση του ναυαγού Δίωνα με κάποιον φτωχό κυνηγό, ο οποίος τον βοήθησε και τον φιλοξένησε στο σπίτι του.[21] Το ηθικό δίδαγμα  απορρέει φυσικά από τις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις: ο ναυαγός ωφελήθηκε από τη φιλανθρωπία του φτωχού κυνηγού εν αντιθέσει με τον αλαζόνα βασιλιά Μενέλαο που ζημιώθηκε όταν φιλοξένησε τον πλούσιο άπληστο Πάρη (στ. 94). Στο δεύτερο μέρος (από όπου και το πιο πάνω απόσπασμα) ο Δίων ως ρήτορας πια παίρνει τον λόγο. Η ακρίβεια των λέξεων με την οποία περιγράφεται η ύπαιθρος, η επιχειρηματολογία, η αυτολεξεί διατύπωση των λόγων των ρητόρων της πόλης δεν ταιριάζουν, βεβαίως, στην ομιλία ενός κυνηγού αμόρφωτου και απομονωμένου που είχε επισκεφθεί την πόλη μόνο δύο φορές. Η ρητορική δεινότητα του Δίωνα είναι εμφανής και ενισχύεται στο δεύτερο μέρος του λόγου: από την κριτική (να εξετάσουμε τη ζωή και τις εργασίες όσων ζουν στην πρωτεύουσα[22]), τα πολιτικά σχόλια (με τον τωρινό λόγο δεν καθορίζουμε ποια μορφή πολιτεύματος θα μπορούσε να είναι άριστη[23]), το φιλοσοφικό ενδιαφέρον (η συμπεριφορά των ανθρώπων όσον αφορά τη φιλανθρωπία και την εύνοια[24]).
Η αξιοποίηση του οικείου λογοτεχνικού θέματος όπως είναι το ναυάγιο, οι παραθέσεις στίχων από αρχαία έργα (π.χ. του Ομήρου, του Ησίοδου, Ευριπίδη, κ.ά.), οι υπαινιγμοί, η επιλογή της αττικής διαλέκτου είναι στοιχεία που αποκαλύπτουν τον φιλόλογο Δίωνα. Ο Ευβοϊκός απευθύνεται στον απλό λαό, όμως η διακειμενικότητα γίνεται αντιληπτή και κατανοητή από ένα ελληνορωμαϊκό κοινό πεπαιδευμένο με κλασική παιδεία. Ολοφάνερο το ενδιαφέρον του Δίωνα και του Καλλίμαχου για την ιστορία της λογοτεχνίας. Ο μεν Καλλίμαχος χρησιμοποίησε τις πολυάριθμες πηγές του και με στόχο την ανανέωση της λογοτεχνίας υιοθέτησε ακαδημαϊκό ύφος. Ο δε Δίων φαίνεται ότι χρησιμοποίησε τη διακειμενικότητα προκειμένου να ενισχύσει τη ρητορεία του. Και στις δύο περιπτώσεις απουσιάζει ο αυθορμητισμός, ωστόσο η διακειμενικότητα δηλώνει τη συνέχεια της λογοτεχνίας από τους Κλασικούς χρόνους έως τους Αυτοκρατορικούς.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Βερέμης Θ., Γιαννόπουλος Ι., Ζουμπάκη Σ., Ζύμη Ελ., Ιωάννου Θ., Μαστραπάς Α., Ελληνική Ιστορία, τόμ. Α, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2002.
-Βερτουδάκης Β., Ηλιάδου Ε., Λεντάκης Β., Μανακίδου Φ., Τσακμάκης Α., Τσιτσιρίδης Στ., Φυντίκογλου Β., Χριστόπουλος Μ.,  Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, τόμ. Β, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001.
-Δίων, Ευβοϊκός ή Κυνηγός, μτφ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, Αθήνα 2015.
-Δίωνος Χρυσοστόμου Ευβοϊκός, μτφρ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1995.
-Καλλιμάχος,  Ύμνοι, μτφρ. Θ. Παπαθανασόπουλος, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996.

-Easterling E. P., Knox B.M.W., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Ν. Κονόμη, Χρ. Γρίμπα, Μ. Κονόμη, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2005.
-Hopkinson N., Ανθολογία Ελληνιστικής ποίησης, μτφρ. Άν. Τάτση, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2006.
-Lesky A., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Σκέψης, μτφρ. Α. Γ. Τσοπανάκης, εκδ. Κυριακίδη Δέσποινα, Θεσ/νίκη 2014.




[1] Lesky A., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Σκέψης, μτφρ. Α. Γ. Τσοπανάκης, εκδ. Κυριακίδη Δέσποινα, Θεσ/νίκη 2014, σσ. 897-98.
[2] Βερτουδάκης Β., Ηλιάδου Ε., Λεντάκης Β., Μανακίδου Φ., Τσακμάκης Α., Τσιτσιρίδης Στ., Φυντίκογλου Β., Χριστόπουλος Μ.,  Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, τόμ. Β, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001, σ. 65.
[3]. Eastering P.E., Knox B.M.W., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Ν. Κονόμη, Χρ. Γρίμπα, Μ. Κονόμη, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2005, σσ. 723-24.
[4] Βερτουδάκης, ό.π., σσ. 162-63.
[5] Καλλιμάχος,  Ύμνοι, μτφρ. Θ. Παπαθανασόπουλος, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996.
[6] Βλ. στα Σχόλια, Hopkinson N., Ανθολογία Ελληνιστικής ποίησης, μτφρ. Άν. Τάτση, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2006, σσ. 160, 162.
[7]. ό.π., σ. 163.
[8]. ό.π., σ. 163.
[9]. ό.π., σσ. 161, 163.
[10]. Βερτουδάκης Β., κ.ά.,  ό.π., σ. 76.
[11]. Κατά την Κλασική περίοδο οι άρχοντες είναι πολλοί και αιρετοί και είναι διακριτά τα όρια της κοσμικής με τη θεϊκή εξουσία. Βλ. Βερέμης Θ., Γιαννόπουλος Ι., Ζουμπάκη Σ., Ζύμη Ελ., Ιωάννου Θ., Μαστραπάς Α., Ελληνική Ιστορία, τόμ. Α, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2002, σ. 198.
[12]. Δίωνος Χρυσοστόμου Ευβοϊκός, μτφρ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1995.
[13]. Γιαννόπουλος Ιω., Κατσιαμπούρα Γ., Κουκουζέλη Α., Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τόμ. Β, εκδ. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2000, σ. 186.
[14]. Βλ. Βερτουδάκης Β., κ.ά. ό.π., σ. 67.
[15]. Βερτουδάκης Β., κ.ά., ό.π., σσ. 154-55.
[16]. Τρωικός 24-25. Βλ.  Βερτουδάκης Β., κ.ά. ό.π., σ. 164.
[17]ό.π., σ. 163.
[18]. ό.π., σ. 163.
[19]. Βερέμης Θ., κ.ά., ό.π., σ. 194.
[20]. Γιαννόπουλος Ιω., κ.ά., ό.π., σ. 311.
[21]. Δίων, Ευβοϊκός ή Κυνηγός, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, Αθήνα 2015.
[22]. ό.π., σ. 129.
[23]. ό.π., σ. 143.
[24]. ό.π., σ. 121.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου